Συγκρούσεις, παράπονα, απλές διαφορές ή διαφορές, εκ πρώτης όψεως ...αγεφύρωτες; Όποιο κι αν είναι το πρόβλημα, υπάρχουν κάποια "βήματα", τα οποία προετοιμάζουν το έδαφος της αποκατάστασης των σχέσεων. Σε αυτό το άρθρο, θα κάνουμε λόγο για την περίπτωση εκείνη, στην οποία υπάρχει μια τρίτη πλευρά που θέλει αλλά και έχει τις δεξιότητες εκείνες ώστε να βοηθήσει στην επίλυση.
Ας διαχωρίσουμε όμως, πρώτα απ΄ όλα, τα είδη της αποκατάστασης: κάποιες φορές, η μία ή και οι δύο πλευρές που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, δεν επιθυμούν να έρθουν πιο "κοντά". Δεν έχουν, δηλαδή, ως αίτημα τη δημιουργία ή την αποκατάσταση μια φιλικής σχέσης αλλά θέλουν απλά να λύσουν το πρόβλημα και να συνεχίσουν να διατηρούν κάποια απόσταση μεταξύ τους. Εκτός λοιπόν από την περίπτωση στην οποία τα ίδια τα εμπλεκόμενα στη σύγκρουση άτομα (ή ένα εξ αυτών) εκφράζουν το αίτημα της αποκατάστασης της σχέσης, υπάρχει και η περίπτωση το αίτημα αυτό να εκφράζεται από μια τρίτη πλευρά, η οποία επιθυμεί (αλλά εξαιτίας του προβλήματος, δυσκολεύεται) να συνεργαστεί ταυτόχρονα με τις δυο πλευρές.
Τι κάνουμε λοιπόν όταν, βρισκόμαστε στη θέση της "τρίτης πλευράς", ενώ "ανοίγονται" μπροστά μας δυο διαφορετικές οπτικές οι οποίες μοιάζουν να μην έχουν τίποτα κοινό;
1. Πρώτα απ' όλα παραμένουμε ουδέτεροι: Κάποιες φορές, το "δίκιο" και το "άδικο", το "νορμάλ" και το "παράλογο", μοιάζουν προφανή. Είναι φυσικό να εκφέρουμε κρίσεις όταν ακούμε για ένα πρόβλημα, αλλά αυτό στα πλαίσια που παραμένουμε παρατηρητές και όταν δεν επηρεάζει η άποψή μας την έκβαση μιας κατάστασης. Όταν όμως έχουμε ενεργό ή/και υπεύθυνο ρόλο σε σχέση με το πρόβλημα, τότε, η ουδετερότητά μας ως τρίτη πλευρά, είναι καθοριστική στην έκβαση της κατάστασης.
2. Δεύτερον, ακούμε από την αρχή: "Από την αρχή", σημαίνει, χωρίς προκαταλήψεις. Δεν σημαίνει ότι ανοίγουμε το διάλογο απεριόριστα, επειδή έτσι κινδυνεύουμε να "πολωθούν" οι απόψεις. Αντίθετα, επικεντρωνόμαστε στο πρόβλημα και οι λεπτομέρειες που ζητάμε γι΄αυτό αφορούν τα διαφορετικά συναισθήματα που προκαλούν οι συμπεριφορές των ατόμων. Κάνοντας λόγο για "συναισθήματα" και "συμπεριφορές" αποφεύγουμε το αρνητικό λεξιλόγιο και τους χαρακτηρισμούς.
3. Η τρίτη πλευρά που εμπλέκεται σε μια συζήτηση για την επίλυση συγκρούσεων (όταν βέβαια δεν έχει το ρόλο να υποστηρίξει τη μια ή την άλλη πλευρά αλλά επιδιώκει να βρει κοινό έδαφος για μεταξύ τους συνεννόηση) οφείλει να βρει αξία στα διαφορετικά σκεπτικά, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί με αυτά. Θέλω να πω με αυτό ότι, εάν προσπαθήσουμε απλά να παραλείψουμε σκόπιμα κάτι που ακούγεται σε εμάς άδικο, παράξενο, παράλογο, άστοχο κ.ό.κ., η στάση μας αυτή θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο διάλογο, αφού η μία πλευρά θα νιώσει ή ότι δεν την καταλάβαμε καλά ή ότι την υποτιμούμε. Συνεπώς, ανακεφαλαιώνουμε με σεβασμό όσα λέει η κάθε πλευρά, όχι ως "απόλυτες αλήθειες" αλλά ως "συναισθήματα" κι "οπτικές", για παράδειγμα: "Δηλαδή, θέλετε να πείτε ότι νιώθετε ότι σας είχε "ματιάσει" και αρρωστήσατε και γι΄αυτό αποφεύγετε να τον ξανασυναντήσετε"...
4. Η τρίτη πλευρά απλά ακούει και ανακεφαλαιώνει, δεν ψάχνει λύσεις. Όσο κι αν η τρίτη πλευρά νιώθει ότι η συζήτηση δεν προχωρά ή ότι πιέζεται από τη μια ή και από τις δυο πλευρές να πει ποιος έχει "δίκιο", η εμπιστοσύνη και το θετικό κλίμα της συζήτησης διασφαλίζεται με την "επιμονή" στην ουδετερότητα. Αυτή είναι και η πιο ουσιαστική βοήθεια που μπορούμε να προσφέρουμε και να δείξουμε έμπρακτα ότι οι δυο πλευρές είναι και ίσες και εξίσου ικανές να εκφράσουν τις θέσεις και τα δικαιώματά τους.
5. Όταν οι δυο πλευρές αρνούνται να συνεργαστούν, δίνουμε έμφαση στους ουδέτερους όρους της "ομάδας", της "λειτουργικότητας" και της "συνεργασίας". Είναι σεβαστή η άποψη ότι δεν ταιριάζουμε με όλους και δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να πιέσουμε τα άτομα να μπουν σε εκ βαθέων διάλογο χωρίς να το επιθυμούν ή χωρίς να είναι έτοιμα. Το πρόβλημα πρέπει να επιλυθεί ώστε να συνεχίσει η συνύπαρξη των ατόμων, στην απόσταση όμως στην οποία εκείνα επιθυμούν και είναι και είναι ικανοποιημένα.
6. Ρωτάμε συγκεκριμένες ερωτήσεις, ανακεφαλαιώνουμε οπωσδήποτε και δεν ανοίγουμε όλα τα θέματα μαζί. Συμβαίνει συχνά, το περιστατικό που οδήγησε σε σύγκρουση, να μην είναι ένα. Ξεκινάμε πάντοτε από το περιστατικό που αναφέρεται στο αίτημα για επίλυση, είτε από το "κύριο" γεγονός, αν η πρωτοβουλία συμφιλίωσης ανήκει στο "διαμεσολαβητή", δηλαδή στην τρίτη πλευρά, και δεν ανοίγουμε καινούργια θέματα πριν "κλείσουμε" τα ήδη ανοικτά.
7. Είναι βέβαια και θέμα βαθύτερης πίστης, το να πιστεύουμε ότι μπορούμε να βρούμε κοινά σημεία αναφοράς και κατανόησης, ακόμη και σε δύσκολες περιπτώσεις. Κάποιες φορές δεν αρκεί μια συνάντηση, γι΄ αυτό, δημιουργούμε ένα "σχέδιο" σύμφωνα με το χρόνο που διαθέτουμε και το "βάθος" στο οποίο χρειάζεται να προχωρήσουμε. Συνήθως, η συμβουλή μου είναι: μην "σκαλίζεις" περισσότερο απ' όσο χρειάζεται. Και σε αυτό, επιμένω για πολλούς λόγους, οι οποίοι ίσως αποτελέσουν θέμα ενός μελλοντικού άρθρου...
Τέλος, δεν θα πω ότι δεν υπάρχουν "αγεφύρωτες" διαφορές. Σίγουρα χρειάζεται και πίστη και θέληση και προσπάθεια ώστε να γεφυρώσουμε πραγματικά τις διαφορές μας κι όχι να μένουμε με την εντύπωση ότι λύθηκε ένα πρόβλημα με υποχωρήσεις ή συγκαλύψεις. Προσωπικά πιστεύω, ότι εάν βάλουμε κανόνες σε μια συζήτηση, καταλήγουμε σίγουρα σε συμπεράσματα τα οποία ίσως δεν περιμέναμε... Πρώτα απ' όλα όμως, θα πρέπει να σεβόμαστε τη γνώμη των εμπλεκομένων, για το πόσο "κοντά" επιθυμούν να έρθουν. Αυτό έχει να κάνει με τον παράγοντα "ετοιμότητα" ώστε να μιλήσουμε για (ειρηνική) επίλυση συγκρούσεων.
Στην επίλυση συγκρούσεων, όλα ξεκινούν και τελειώνουν στο σεβασμό. Προφανώς, είναι δικαίωμα όλων να διεκδικούμε και να διαφωνούμε, να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Αλλά όταν σκεφτόμαστε σοβαρά την επίλυση αυτής της κατάστασης, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε αξία στις οπτικές όλων. Κι αν αυτό δεν είναι πάντα τόσο εύκολο, επειδή τα αρνητικά συναισθήματα μας εμποδίζουν προσωρινά, ας μην ξεχνάμε ότι ανά πάσα στιγμή, όλοι μπορεί να βρεθούμε στη μία ή στην απέναντι θέση...
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
Ας διαχωρίσουμε όμως, πρώτα απ΄ όλα, τα είδη της αποκατάστασης: κάποιες φορές, η μία ή και οι δύο πλευρές που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα, δεν επιθυμούν να έρθουν πιο "κοντά". Δεν έχουν, δηλαδή, ως αίτημα τη δημιουργία ή την αποκατάσταση μια φιλικής σχέσης αλλά θέλουν απλά να λύσουν το πρόβλημα και να συνεχίσουν να διατηρούν κάποια απόσταση μεταξύ τους. Εκτός λοιπόν από την περίπτωση στην οποία τα ίδια τα εμπλεκόμενα στη σύγκρουση άτομα (ή ένα εξ αυτών) εκφράζουν το αίτημα της αποκατάστασης της σχέσης, υπάρχει και η περίπτωση το αίτημα αυτό να εκφράζεται από μια τρίτη πλευρά, η οποία επιθυμεί (αλλά εξαιτίας του προβλήματος, δυσκολεύεται) να συνεργαστεί ταυτόχρονα με τις δυο πλευρές.
Τι κάνουμε λοιπόν όταν, βρισκόμαστε στη θέση της "τρίτης πλευράς", ενώ "ανοίγονται" μπροστά μας δυο διαφορετικές οπτικές οι οποίες μοιάζουν να μην έχουν τίποτα κοινό;
1. Πρώτα απ' όλα παραμένουμε ουδέτεροι: Κάποιες φορές, το "δίκιο" και το "άδικο", το "νορμάλ" και το "παράλογο", μοιάζουν προφανή. Είναι φυσικό να εκφέρουμε κρίσεις όταν ακούμε για ένα πρόβλημα, αλλά αυτό στα πλαίσια που παραμένουμε παρατηρητές και όταν δεν επηρεάζει η άποψή μας την έκβαση μιας κατάστασης. Όταν όμως έχουμε ενεργό ή/και υπεύθυνο ρόλο σε σχέση με το πρόβλημα, τότε, η ουδετερότητά μας ως τρίτη πλευρά, είναι καθοριστική στην έκβαση της κατάστασης.
2. Δεύτερον, ακούμε από την αρχή: "Από την αρχή", σημαίνει, χωρίς προκαταλήψεις. Δεν σημαίνει ότι ανοίγουμε το διάλογο απεριόριστα, επειδή έτσι κινδυνεύουμε να "πολωθούν" οι απόψεις. Αντίθετα, επικεντρωνόμαστε στο πρόβλημα και οι λεπτομέρειες που ζητάμε γι΄αυτό αφορούν τα διαφορετικά συναισθήματα που προκαλούν οι συμπεριφορές των ατόμων. Κάνοντας λόγο για "συναισθήματα" και "συμπεριφορές" αποφεύγουμε το αρνητικό λεξιλόγιο και τους χαρακτηρισμούς.
3. Η τρίτη πλευρά που εμπλέκεται σε μια συζήτηση για την επίλυση συγκρούσεων (όταν βέβαια δεν έχει το ρόλο να υποστηρίξει τη μια ή την άλλη πλευρά αλλά επιδιώκει να βρει κοινό έδαφος για μεταξύ τους συνεννόηση) οφείλει να βρει αξία στα διαφορετικά σκεπτικά, ακόμη κι αν δεν συμφωνεί με αυτά. Θέλω να πω με αυτό ότι, εάν προσπαθήσουμε απλά να παραλείψουμε σκόπιμα κάτι που ακούγεται σε εμάς άδικο, παράξενο, παράλογο, άστοχο κ.ό.κ., η στάση μας αυτή θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο διάλογο, αφού η μία πλευρά θα νιώσει ή ότι δεν την καταλάβαμε καλά ή ότι την υποτιμούμε. Συνεπώς, ανακεφαλαιώνουμε με σεβασμό όσα λέει η κάθε πλευρά, όχι ως "απόλυτες αλήθειες" αλλά ως "συναισθήματα" κι "οπτικές", για παράδειγμα: "Δηλαδή, θέλετε να πείτε ότι νιώθετε ότι σας είχε "ματιάσει" και αρρωστήσατε και γι΄αυτό αποφεύγετε να τον ξανασυναντήσετε"...
4. Η τρίτη πλευρά απλά ακούει και ανακεφαλαιώνει, δεν ψάχνει λύσεις. Όσο κι αν η τρίτη πλευρά νιώθει ότι η συζήτηση δεν προχωρά ή ότι πιέζεται από τη μια ή και από τις δυο πλευρές να πει ποιος έχει "δίκιο", η εμπιστοσύνη και το θετικό κλίμα της συζήτησης διασφαλίζεται με την "επιμονή" στην ουδετερότητα. Αυτή είναι και η πιο ουσιαστική βοήθεια που μπορούμε να προσφέρουμε και να δείξουμε έμπρακτα ότι οι δυο πλευρές είναι και ίσες και εξίσου ικανές να εκφράσουν τις θέσεις και τα δικαιώματά τους.
5. Όταν οι δυο πλευρές αρνούνται να συνεργαστούν, δίνουμε έμφαση στους ουδέτερους όρους της "ομάδας", της "λειτουργικότητας" και της "συνεργασίας". Είναι σεβαστή η άποψη ότι δεν ταιριάζουμε με όλους και δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να πιέσουμε τα άτομα να μπουν σε εκ βαθέων διάλογο χωρίς να το επιθυμούν ή χωρίς να είναι έτοιμα. Το πρόβλημα πρέπει να επιλυθεί ώστε να συνεχίσει η συνύπαρξη των ατόμων, στην απόσταση όμως στην οποία εκείνα επιθυμούν και είναι και είναι ικανοποιημένα.
6. Ρωτάμε συγκεκριμένες ερωτήσεις, ανακεφαλαιώνουμε οπωσδήποτε και δεν ανοίγουμε όλα τα θέματα μαζί. Συμβαίνει συχνά, το περιστατικό που οδήγησε σε σύγκρουση, να μην είναι ένα. Ξεκινάμε πάντοτε από το περιστατικό που αναφέρεται στο αίτημα για επίλυση, είτε από το "κύριο" γεγονός, αν η πρωτοβουλία συμφιλίωσης ανήκει στο "διαμεσολαβητή", δηλαδή στην τρίτη πλευρά, και δεν ανοίγουμε καινούργια θέματα πριν "κλείσουμε" τα ήδη ανοικτά.
7. Είναι βέβαια και θέμα βαθύτερης πίστης, το να πιστεύουμε ότι μπορούμε να βρούμε κοινά σημεία αναφοράς και κατανόησης, ακόμη και σε δύσκολες περιπτώσεις. Κάποιες φορές δεν αρκεί μια συνάντηση, γι΄ αυτό, δημιουργούμε ένα "σχέδιο" σύμφωνα με το χρόνο που διαθέτουμε και το "βάθος" στο οποίο χρειάζεται να προχωρήσουμε. Συνήθως, η συμβουλή μου είναι: μην "σκαλίζεις" περισσότερο απ' όσο χρειάζεται. Και σε αυτό, επιμένω για πολλούς λόγους, οι οποίοι ίσως αποτελέσουν θέμα ενός μελλοντικού άρθρου...
Τέλος, δεν θα πω ότι δεν υπάρχουν "αγεφύρωτες" διαφορές. Σίγουρα χρειάζεται και πίστη και θέληση και προσπάθεια ώστε να γεφυρώσουμε πραγματικά τις διαφορές μας κι όχι να μένουμε με την εντύπωση ότι λύθηκε ένα πρόβλημα με υποχωρήσεις ή συγκαλύψεις. Προσωπικά πιστεύω, ότι εάν βάλουμε κανόνες σε μια συζήτηση, καταλήγουμε σίγουρα σε συμπεράσματα τα οποία ίσως δεν περιμέναμε... Πρώτα απ' όλα όμως, θα πρέπει να σεβόμαστε τη γνώμη των εμπλεκομένων, για το πόσο "κοντά" επιθυμούν να έρθουν. Αυτό έχει να κάνει με τον παράγοντα "ετοιμότητα" ώστε να μιλήσουμε για (ειρηνική) επίλυση συγκρούσεων.
Στην επίλυση συγκρούσεων, όλα ξεκινούν και τελειώνουν στο σεβασμό. Προφανώς, είναι δικαίωμα όλων να διεκδικούμε και να διαφωνούμε, να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Αλλά όταν σκεφτόμαστε σοβαρά την επίλυση αυτής της κατάστασης, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε αξία στις οπτικές όλων. Κι αν αυτό δεν είναι πάντα τόσο εύκολο, επειδή τα αρνητικά συναισθήματα μας εμποδίζουν προσωρινά, ας μην ξεχνάμε ότι ανά πάσα στιγμή, όλοι μπορεί να βρεθούμε στη μία ή στην απέναντι θέση...
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου