Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Πόσο …«λάιτ» είναι τα προγράμματα «διαχείρισης συναισθημάτων» και «ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων» στο σχολείο;

Είναι, τα προγράμματα διαχείρισης συναισθημάτων στο σχολείο, …«λάιτ» ή/ και «επιφανειακά» στην πρόληψη της σχολικής βίας, σε σχέση με τις «βαθύτερες αιτίες» της βίας;

Ας ξεκινήσουμε από τις «βαθύτερες» αιτίες της βίας. Συμφωνούμε ότι η βία προβάλλεται περισσότερο από τα ΜΜΕ, ότι ζούμε σε μια «βίαιη»/ ανταγωνιστική κοινωνία, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, ότι γενικά υπάρχουν ανισότητες και διακρίσεις, ότι κάποιες φορές υπάρχουν και «σκόπιμες» αποδόσεις των αιτιών της βίας σε ατομικό επίπεδο, προκειμένου να μην αναφέρονται οι κοινωνικές ευθύνες. Ακόμη κι αν όλα τα παραπάνω, απλοϊκά μπορεί να πιστεύουμε ότι δημιουργούν μια «προδιάθεση» στα παιδιά να γίνουν βίαια (σε όλα ή σε κάποια, αλλά αυτό θα ήταν άλλη συζήτηση), το ότι οι πράξεις αυτές συμβαίνουν στο σχολείο και όχι στο σπίτι ή το αντίθετο, προφανώς και επιτρέπει σε άλλους παράγοντες να εισέλθουν στη συζήτηση. Γι’ αυτό και προτιμούμε να λέμε ότι, τα προβλήματα αυτά οφείλονται τελικά, στην εξασθένηση του «κοινωνικού ελέγχου», του αισθήματος δηλαδή «κοινότητας», στη διάρρηξη των δεσμών «φιλίας» και της εγγύτητας…

Αρχικά όμως, οφείλουμε να καταστήσουμε «ξεκάθαρες», μερικές «λανθασμένες εντυπώσεις» σχετικά με τα προγράμματα στα οποία αναφερόμαστε, οι οποίες έχουν να κάνουν κυρίως με:



Α. Την έννοια της «ομοιομορφίας»: Τα προγράμματα διαχείρισης συναισθημάτων έχουν στόχο να μας κάνουν να νιώθουμε όλοι το ίδιο ή να μας κάνουν όλους ίδιους; Σαφώς όχι. Η κατανόηση των συναισθημάτων, ουσιαστικά «απελευθερώνει» το άτομο και διευκολύνει την επικοινωνία. Κατανοώντας με το σωστό τρόπο, μπορούμε να δούμε από την πλευρά του άλλου, χωρίς να ταυτιστούμε μαζί του. Αλλά, το κλειδί εδώ είναι ότι, όταν εμείς οι ίδιοι νιώθουμε κάτι, γνωρίζοντας τις επιπτώσεις των διαφόρων συναισθημάτων στις σκέψεις μας, μπορούμε να εντοπίσουμε την απόσταση της ψύχραιμης κριτικής από την εν-θερμώ κριτική και να πάρουμε τη σωστή απόφαση.
Β. Τη συμμετοχή των επιστημόνων (ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, κ.ά.) σε αυτά: Τα σχολεία, δεν πρέπει να γεμίσουν «ειδικούς», τουλάχιστον όχι με την επίκληση του φόβου. Οι «ειδικοί» είναι εκεί για να προτείνουν, να παρατηρούν «απ’ έξω», να σχεδιάζουν καινοτομίες, να συνεργάζονται, να λένε τη γνώμη τους… Για να προστατεύουν την ελεύθερη έκφραση, τον αυθορμητισμό και την παιδικότητα κι όχι για να τα περιορίσουν.
Γ. Την έννοια του «ελέγχου» ως κάτι «αρνητικό»: Ο κοινωνικός έλεγχος, μπορεί να επιτευχθεί, είτε με μέτρα «απορριπτικά», αλλά ο «τιμωρητικός», δεν είναι ο έλεγχος που επιδιώκουμε στις προσεγγίσεις που περιγράφουμε, είτε με μέτρα «ένταξης/ υποστήριξης» τα οποία λειτουργούν σε συνδυασμό με την «επανόρθωση». Η δεύτερη περίπτωση είναι ο «ενταξιακός» δρόμος που υποδεικνύουν τα προγράμματα «διαχείρισης συναισθημάτων» και «ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων», αφού, βάζουν ισότιμα στο διάλογο τις οπτικές, τα συναισθήματα, τις ανάγκες και τις προτάσεις επίλυσης των προβλημάτων βίας.
Αντίστοιχα, και η έννοια της «αναφοράς», είναι …ακόμη καλύτερη: η «καλή αναφορά» την οποία έχουμε τη δυνατότητα να προτείνουμε, είναι εκείνη που υπάρχει στις σχέσεις εμπιστοσύνης, όταν αρκεί ένα βλέμμα αναφοράς, ένα σημάδι ότι καταλαβαινόμαστε.

Τελικά, ο κοινωνικός έλεγχος, είναι σε γενικές γραμμές κάτι επιθυμητό, αρκεί να επιδιώκεται με μέτρα κοινωνικής ένταξης αντί για απόρριψη/ τιμωρητικότητα. Πρόκειται συνεπώς, για τον έλεγχο και τους κανόνες, οι οποίοι, «περιορίζοντας», σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, τις συμπεριφορές των ατόμων, ουσιαστικά τα απελευθερώνουν ως προς τα δικαιώματά τους, ιδέα της Αναγέννησης. Και δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που φαντάζεται ότι θα ζούσαμε καλύτερα εάν απλά καταργούσαμε τους κοινωνικούς ρόλους, τις ευθύνες και τον κοινωνικό έλεγχο.

Συνδέοντας τα παραπάνω με τα προγράμματα διαχείρισης των συναισθημάτων στα σχολεία, υπό τον όρο ότι αυτά τοποθετούνται στο πλαίσιο της ενίσχυσης των φιλικών δεσμών μεταξύ συμμαθητών, δεν πρόκειται για καθόλου «λάιτ» προσεγγίσεις, αλλά ακριβώς για το αντίθετο.

Συμπληρωματικά, η «ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων», είναι σχετική με τις έννοιες της επανόρθωσης, της συνεργασίας, της (οργανικής) αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης όπως αυτή πηγάζει από τους φιλικούς δεσμούς που εννοεί ο Αριστοτέλης, αλλά και της αυτοδιαχείρισης των προβλημάτων εντός των κοινοτήτων, ίσως ακόμη και της «απλοποίησης» των προβλημάτων (οι γνώστες κατανοούν τις «ρίζες» αυτής της «απλοποίησης»)…

Πρόκειται, κατά τη διαίσθησή μου, για ένα επιστημονικό πεδίο, που έχει βαθύτερη αξία απ’ όση άμεσα αντιλαμβανόμαστε. Πιο συγκεκριμένα, η διαίσθησή μου αυτή προκύπτει από την ενασχόλησή μου με την «ειρηνική επίλυση συγκρούσεων» σε μια ηλικία που ένιωθα έτοιμη να «πιστέψω» πολύ σε κάτι, η οποία συνέπεσε με μια «καλή», γενικά, χρονική στιγμή, τις χρονιές 2008-2010 (ίσως επειδή ήταν ακόμη ζωντανή η ελπίδα και το βίωμα της «ανάπτυξης» των πρόσφατων προηγούμενων ετών) οπότε υπήρχε ένα κοινό επιστημόνων που μέσα στην «ειρηνική επίλυση συγκρούσεων» συναντούσε μαζί με εμάς τους «φοιτητές», τον ενθουσιασμό για τη συμμετοχή και την ευθύνη όλων στα θέματα δικαιοσύνης αλλά και το αίσθημα ότι εκείνο το «μαγικό ραβδί», θα απελευθέρωνε ταυτόχρονα τη δημιουργικότητά τους. Παρουσιάζαμε τα βιωματικά προγράμματα στους εκπαιδευτικούς και άλλαζε το σχολικό κλίμα με την πρώτη εφαρμογή, μόνο και μόνο επειδή μπορούσαν να δουν τη ζωντάνια, το ενδιαφέρον, τις γνώσεις, τη διαίσθηση, τη φρεσκάδα, την ανταπόκριση, την ελπίδα και τον ενθουσιασμό των μαθητών που χρησιμοποιούσαν τις απλές τεχνικές που μοιραζόμασταν μαζί τους, τις οποίες μάλιστα δεν χρειαζόταν καν να τις «διδάξουμε» αφού τις γνωρίζουμε όλοι: αρκούσε μόνο, να οργανώσουμε και να βάλουμε στη σωστή σειρά ό,τι ξέραμε για τη δικαιοσύνη και τους κανόνες και οι λύσεις έρχονταν μόνες τους…

Κανένα πρόγραμμα δεν είναι το «μαγικό ραβδί». Σίγουρα έχει σημασία η διάθεση με την οποία υλοποιούμε ένα πρόγραμμα. Κι ακόμη περισσότερο, ο τρόπος με τον οποίο κρίνουμε τα αποτελέσματά του.  Όπως συνηθίζω να λέω στους φίλους μου, ο «κριτής», οφείλει πάντα να βρίσκει και αξία σε αυτό που κρίνει. Διαφορετικά κάνει «κατάχρηση» της θέσης του.

Η πράξη, ο στοχασμός και το συναίσθημα.

Τα προγράμματα «διαχείρισης συναισθημάτων» και «ειρηνικής επίλυσης συγκρούσεων», είναι «πρότυπα»… Περιέχουν, κατά τη γνώμη μου, τη σωστή δοσολογία πράξης, στοχασμού (για την πράξη) και συναισθήματος. Έτσι, έχουν πολλές προοπτικές να δώσουν πραγματικές λύσεις στα προβλήματα βίας απαντώντας κατευθείαν στις «βαθύτερες» αιτίες τους.

Χριστίνα Καλαβρή,

ψυχολόγος-εγκληματολόγος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου