Κυριακή 24 Μαΐου 2015

«Ποια λάθη κάνουν οι γονείς επιδιώκοντας την «ασφάλεια» των παιδιών στο σχολείο;»

Φαίνεται ότι επικρατεί μια αναστάτωση και, όπως είναι φυσικό, μια σύγχυση, στην ελληνική κοινωνία όσον αφορά την «ασφάλεια» των παιδιών σε σχέση με τη βια στο σχολικό χώρο. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι δεν είναι σωστή στάση ούτε ο εφησυχασμός αφενός, ούτε και η εν θερμώ παρέμβαση αφετέρου. Πρωτίστως, είμαστε βέβαιοι ότι οι σχολικές κοινότητες διαθέτουν τα αντανακλαστικά και τα απαραίτητα εφόδια ώστε να αντιληφθούν τη σοβαρότητα των ιδιαίτερων καταστάσεων και να σχεδιάσουν κατάλληλες παρεμβάσεις, οι οποίες χρειάζονται οπωσδήποτε χρόνο και συνεργασία απ” όλες τις πλευρές για να έχουν επιτυχή αποτελέσματα. Και πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Από την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι η «τάξη», όπως οι γονείς τη θυμόμαστε, έχει αλλάξει, ίσως θα έπρεπε να είναι πιο συχνή η παρουσία «ειδικών» στα σχολεία. Κάτι τέτοιο όμως εξαρτάται από την οικονομική (ή/και την πολιτική) κατάσταση της χώρας, προκειμένου να γίνεται συστηματικά, διαφορετικά δεν ωφελεί τόσο όσο θα επιθυμούσαμε. Αλλά και οι απαιτήσεις των γονέων για ενημέρωση έχουν αυξηθεί, ως αποτέλεσμα του υψηλότερου μορφωτικού τους επιπέδου. Δεν σημαίνει όμως ότι οι ειδικοί είναι απόντες, ότι έχουν πάψει να μελετούν τα σχολεία, ούτε ότι δεν τα επισκέπτονται, ούτε ότι δεν είναι στη διάθεση των γονέων και των εκπαιδευτικών (καθώς πραγματοποιούνται και στην περιφέρεια αρκετές ομιλίες και σεμινάρια και μάλιστα δωρεάν).

Κι αφού όλοι προσπαθούμε περισσότερο, γιατί μοιάζει σαν κάτι να μην «λειτουργεί»;


Οι ενήλικες, επεμβαίνοντας απ” έξω κι «από-πάνω» (δηλαδή με εξουσία) στον παιδικό κόσμο και προσπαθώντας να τον ρυθμίσουμε, είναι πιθανόν να κάνουμε ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω «λάθη» που με τη σειρά τους προκαλούν μεγαλύτερες ή μικρότερες «παρεξηγήσεις»/παρερμηνείες και δυσλειτουργίες:

α. Παίρνουμε υπόψη τα «παραπονάκια» των παιδιών σαν πραγματικά προβλήματα: τα παιδιά μπορεί να φαίνονται ώριμα και να μιλούν σαν να είναι ώριμα, ωστόσο ο παιδικός κόσμος είναι ένα μείγμα φαντασίας και πραγματικότητας. Τα παιδιά λένε ψέματα, υπερβάλλουν, μεγαλοποιούν τις καταστάσεις για να προκαλέσουν την προσοχή μας, τα χάδια μας ή απλά επειδή μιμούνται άλλα παιδάκια που κάνουν το ίδιο. Δεν αποκλείεται επίσης να είναι αναστατωμένα για κάποιον άλλο λόγο από αυτόν που προφασίζονται, γι” αυτό πρέπει, χωρίς να δείχνουμε δυσπιστία και χωρίς να τα μαλώνουμε, να ερευνούμε τις διαστάσεις των προβλημάτων που μας αναφέρουν. Κάθε φορά πρέπει να δίνουμε χρόνο στα συναισθήματα να κατασταλάζουν,ώστε τα παιδιά να πάρουν με αυτόν τον τρόπο το μήνυμα
ότι θα πρέπει να περιμένουν και να μάθουν σιγά-σιγά να κρίνουν τι θα πρέπει να αναφέρουν και τι όχι στους ενηλίκους. Αυτή η δυνατότητα έρχεται από την ηλικία των έξι-επτά ετών και μετά, διαφορετικά παραβιάζουμε τη νοημοσύνη τους ζητώντας να καταλάβουν κάτι που δεν μπορούν.

β. Βιαζόμαστε να βάλουμε «κανόνες» στις διαπροσωπικές σχέσεις των παιδιών: η οριοθέτηση και οι κανόνες μπαίνουν κάνοντας καθημερινή πρακτική σε αυτούς κι όχι με «κηρύγματα». Μπαίνουν κι εμπεδώνονται μέσα σε ομάδες συνομηλίκων. Επεμβαίνοντας λοιπόν κι ορίζοντας τις παιδικές καταστάσεις, στερούμε από τα παιδιά το χρόνο και το δικαίωμα να μάθουν να προστατεύουν τον εαυτό τους και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους μέσα από αυτή τη διαδικασία. Πρέπει να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να αναφέρουν μεταξύ τους και με δικά τους λόγια αυτά τα οποία τα ενοχλούν, αντί να μπαίνουμε ως μεσολαβητές τους. Μακάρι να μπορούσαμε να κάνουμε τα πιο κλειστά παιδιά να εκφράζονται περισσότερο αντί να εισπράττουμε μόνο παράπονα και καταγγελίες.

γ. Παραβλέπουμε το ρόλο των ευρύτερων κοινωνικών παραγόντων στην ψυχολογία των παιδιών: μπορεί να λέμε θεωρητικά ότι η κοινωνία μας είναι βίαιη κι ότι η τηλεόραση κάνει κακό στα παιδιά προβάλλοντας βίαιες σκηνές, όμως μπορεί κανείς να νιώσει τι επίπτωση έχει στην ψυχή ενός παιδιού η περιγραφή ενός φόνου από ένα άλλο παιδάκι που το έχει δει στην τηλεόραση; μπορεί ακόμη κι ο ειδικός να καλύψει τις απορίες που έχουν στο βλέμμα τους και να τα κάνει να νιώσουν πραγματικά ασφαλή;

δ. Δεν δείχνουμε τον απαραίτητο «ενθουσιασμό» στα όμορφα πράγματα της καθημερινότητας: χωρίς αμφιβολία ενδιαφερόμαστε πώς πήγε η μέρα των παιδιών στο σχολείο, όμως, αντί να ξεκινάμε με αρνητική διατύπωση τις ερωτήσεις που κάνουμε στα παιδιά για την καθημερινότητά τους, όπως «έγινε κάτι άσχημο;» «σε πείραξε κανείς;», πρέπει να είμαστε προσιτοί και καλοπροαίρετοι και σε καθετί που μας αναφέρουν τα παιδιά και να δείχνουμε την πρέπουσα σημασία, ιδιαίτερα για τα θετικά που συμβαίνουν γύρω τους κι όχι μόνο όταν βλέπουμε τα παιδιά «μουτρωμένα». Καθετί καινούργιο, όσο αυτονόητο κι αν είναι για τους ενήλικες, είναι γι’αυτά επίτευγμα!

ε. Τονίζουμε την ανταγωνιστική πλευρά των σχολικών σχέσεων: ξέρουμε όλοι οι ενήλικες πολύ καλά ότι δεν είναι ανάγκη, ούτε κι εφικτό βέβαια, να είμαστε όλοι «οι πρώτοι» σε όλους τους τομείς με τους οποίους καταπιανόμαστε. Αυτό δεν κάνει κανέναν άνθρωπο ευτυχισμένο, όσο η αποδοχή και η εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Αντίθετα, σε ακραίες περιπτώσεις οδηγεί σε μονοπάτια μοναξιάς και κατάθλιψης.

στ. Προσλαμβάνουμε τα πάντα ως «βία»: βία είναι ό,τι γίνεται συστηματικά και βίαιος είναι ο υποκινητής, αυτός που παίρνει αυτό που θέλει προκαλώντας τρόμο, απειλή κι εκβιασμό και παροτρύνει κι άλλους να τον μιμηθούν. Κάποιες φορές, μεμονωμένες βίαιες συμπεριφορές παρεξηγούνται και γίνονται αίτια απόρριψης. Τα παιδιά που εκφράζουν αυτού του είδους τον αδέξιο τρόπο προσέγγισης, μη έχοντας τόσο καλές κοινωνικές δεξιότητες,άθελά τους περιθωριοποιούνται, μπλέκουν σε έναν φαύλο κύκλο βίας και γίνονται τελικά, περισσότερο στόχοι βίας παρά θύτες.

ζ.Η «ασφάλεια» στο σχολικό χώρο δεν αναφέρεται στη σωματική ακεραιότητα των παιδιών, αλίμονο!: Ασφάλεια εννοούμε την ένταξη, την ομαδική δουλειά, τη συνεργασία στο σχολείο. Ήδη το σχολείο έχει γίνει περισσότερο συνεργατικό και η διδασκαλία συνδυάζει περισσότερες μεθόδους ώστε ο καθένας να μαθαίνει ανάλογα με τον τύπο της νοημοσύνης του.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι μόνον ενδεικτικά κι όχι εξαντλητικά στοιχεία. Καταδεικνύουν ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, με απλό τρόπο πόσο σημαντική είναι η σύμπνοια των ενηλίκων στον τομέα της διαπαιδαγώγησης και πόσο σημαντικό είναι να τονώσουμε τις κοινωνικές δομές.
Ακόμη κι αν για κάποιους λόγους δεν είναι στη φύση μας να νιώθουμε πέρα για πέρα εμπιστοσύνη κι αν συχνότερα υπερβαίνουν τον εαυτό μας το στρες και οι άμυνες, ήδη το να είναι κάποιος γονέας, σημαίνει ότι βιώνει καθημερινά και σε πολλά επίπεδα τι σημαίνει εμπιστοσύνη: εμπιστοσύνη στο θεό που προσέχει όλα τα παιδιά όταν δεν είμαστε δίπλα τους να μην αρρωστήσουν, να μην πάθουν ατύχημα, να μην πληγωθούν, εμπιστοσύνη σε εκείνους που είναι συνυπεύθυνοι να φροντίζουν τα παιδιά μας και σε όλους τους άλλους γονείς, να φτιάξουν κι εκείνοι σωστούς ανθρώπους, γιατί τα παιδιά θα ζουν στην αυριανή κοινωνία. Δεν θα είμαστε πάντα δίπλα στα παιδιά για να τα προφυλάξουμε και δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι στις μετέπειτα σχέσεις που θα συνάψουν, οι άνθρωποι που θα συναναστρέφονται θα είναι ηθικοί και καλοί, με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να φτιάξουμε γι΄αυτά έναν παράδεισο επί γης.
Όμως όλοι ανταπεξερχόμαστε στις ίδιες δυσκολίες και δεν υπάρχει άνθρωπος τόσο αδικημένος από τη φύση που δεν θα μάθει μέσα από τις ίδιες εκπαιδευτικές διαδικασίες να προστατεύει τον εαυτό του. Αυτό που πραγματικά χρειάζεται να ξαναπιστέψουμε είναι ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός κι ότι η σοφία των πολλών θα υπάρχει για να δίνει πάντα τις λύσεις…


Το άρθρο μου δημοσιεύτηκε στις 27 Μαρτίου 2015 στην ιστοσελίδα eviawelle

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου