Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Κατανοώντας καλύτερα τα κίνητρα για αποτελεσματικότητα και προγραμματίζοντας τον εαυτό μας και τα παιδιά μας για την «επιτυχία»

«Υπομονή κι επιμονή»… προστάζει ο σύντομος «χρυσός κανόνας», αλλά αρκούν ώστε να επιτυγχάνουμε όλα αυτά που επιθυμούμε;
Άλλο τόσο σημαντικό, φαίνεται ότι είναι, το να ξέρουμε πότε αποβαίνει πιο χρήσιμο το να εγκαταλείπουμε την προσπάθεια και να ξεκινούμε κάτι καινούργιο… Όσο σημαντικό λοιπόν, είναι το να παίρνουμε το χρόνο μας, να συσπειρώνουμε δυνάμεις και να δίνουμε ευκαιρίες στον εαυτό μας, τόσο σημαντικό είναι επίσης, το να βάζουμε κάπου-κάπου τελείες και να κοιτάζουμε το σύνολο, με μια διάθεση, μάλλον ουδέτερη προς θετική... Μάλιστα, συζητώντας, πρόσφατα, με μια φίλη και συνάδελφό μου ψυχολόγο, καταλήξαμε στο ότι, κάποιες από αυτές που θεωρούμε ως προσωπικές «επιτυχίες» μας, δεν οφείλονταν τελικά και τόσο σε κάποιες «ξεχωριστές» ικανότητές μας, αλλά στη σωστή εκτίμηση του πότε και για ποια πράγματα έπρεπε να συνεχίζουμε να προσπαθούμε και ποια άλλα θα προσθέταμε, τελικά, στο «βιογραφικό» μας ως …«δεν»!

Πέρα, όμως, από τους προσωπικούς «χειρισμούς» που κάνουμε, σε σχέση με τους στόχους μας, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι σε όλους μας υπάρχει ένα «κίνητρο» που μας ωθεί να είμαστε αποτελεσματικοί και να επιδιώκουμε την «υπεροχή», η οποία σχετίζεται με την «επιτυχία» αυτών των στόχων…

Από επιστημονικής απόψεως, που έγκειται το "κίνητρο της επιτυχίας";

Πρόκειται, με λίγα λόγια, για τα συναισθήματα και τις σκέψεις, που μας κάνουν να επιθυμούμε την αποτελεσματικότητα και το αίσθημα «ανωτερότητας»/ «υπεροχής» του εαυτού μας, μέσα από τις συμπεριφορές οι οποίες βρίσκουν το στόχο τους.
Εδώ, ο στόχος, δεν φαίνεται να είναι αυτοσκοπός, αλλά αναδεικνύεται περισσότερο, η διαδικασία μέσα από την οποία φτάνει κανείς στη …«νίκη», τα διδάγματα και τα συναισθήματα που αυτή η διαδικασία επιφέρει στα άτομα. Προφανώς, αυτή δεν είναι μια υπόθεση αυστηρά ατομική, αφού επηρεάζεται, ως ένα βαθμό, από τις προσδοκίες των άλλων και από αυτά που μαθαίνουμε μέσα από τους τρόπους που οι άλλοι επιδιώκουν να είναι επαρκείς στους δικούς τους στόχους…

Αυτή η προδιάθεση, όμως, αφορά, στην πραγματικότητα, κάτι περισσότερο από την κάλυψη των αναγκών που θεωρούμε «βασικές», αλλά και κάτι διαφορετικό από την απλή επιδίωξη του να αντλήσουμε «ευχαρίστηση» από μια συμπεριφορά, αφού η επίτευξη του αισθήματος «υπεροχής» αποτελεί μια διαδικασία, η οποία, αναγκαστικά συναντά τα κριτήρια των άλλων και περνά μέσα από την κοινωνικοποίηση! Έτσι, πρόκειται περισσότερο, θα λέγαμε, για μια έμφυτη ανάγκη που έχουμε να γινόμαστε καλύτεροι, μια προδιάθεση, δηλαδή, η οποία, υπάρχει σε αρκετά έμβια όντα και αρχικά, τα κινητοποιεί να επιδιώκουν την «κυριαρχία», με την έννοια της ανακάλυψης, προς τα αντικείμενα του περιβάλλοντός τους, χωρίς να πηγάζει, απαραίτητα, από κάποια άμεση ανάγκη για την επιβίωσή τους. Η ανάγκη αυτή, που περιγράφουμε, μάλιστα, έχει τη δυνατότητα να αυτοενδυναμώνεται αλλά και να γίνεται πιο «εσωτερική», δηλαδή να μην χρειάζεται απαραίτητα την ενίσχυση και την επιβράβευση των άλλων…

Αν αυτή η ανάγκη, ενδυναμώνεται μέσα από τις «επιτυχημένες» προσπάθειες των ατόμων, τότε τι ακριβώς γίνεται με τις «αποτυχίες» που όλοι αντιμετωπίζουμε;

Αν θεωρούσαμε απλά, ότι οι «αποτυχίες», λειτουργούν σαν αρνητικές «ενισχύσεις», δηλαδή ότι μειώνουν, άμεσα, τη θετική αυτοεικόνα των ατόμων και το αίσθημα αυτοαποτελεσματικότητάς τους, τότε, η σχέση αυτή, θα παρουσιαζόταν, εδώ, μόνο αφελώς και χωρίς να μπορούμε να εξάγουμε ένα χρήσιμο συμπέρασμα: στην πραγματικότητα, όμως, καμιά «επιτυχία» ή «αποτυχία» δεν είναι σαν το «άσπρο» και το «μαύρο»… Με αυτό, θέλω να περάσω στο ότι, εδώ εντοπίζεται και τονίζεται ο ρόλος του περιβάλλοντος. Στην πραγματικότητα, τόσο η «επιτυχία» όσο και η «αποτυχία», είναι μόνο «εν μέρει» το ένα ή το άλλο… Συνεπώς, οι ερμηνείες, οι επανερμηνείες, οι εξηγήσεις και η ανάληψη των ευθυνών, καθορίζονται από τη σχέση του ατόμου με τα άλλα άτομα του περιβάλλοντός του, πολύ περισσότερο δε, από σκέψεις που αφορούν το παρελθόν και το μέλλον, αλλά όχι το παρόν…
Σπάνια κάποιος, αναζητά τη συγκεκριμένη συναισθηματική σημασία κάθε γεγονότος και τη σχέση της με τις σκέψεις που αυτό προκαλεί, αν και αυτή η διαδικασία είναι το κλειδί στη διαχείρισή του.

Προσωπικά, όμως, προτιμώ να αναφέρομαι στην επιτυχία ως «επιτυχία» και στην αποτυχία ως «εν μέρει αποτυχία». Κι αυτό επειδή, σε αυτό το συνεχές (κι όχι δίπολο), περισσότερη σημασία δεν έχει το γεγονός, αλλά ο τρόπος που το προσλαμβάνει κάποιος. Αν θα κατορθώσει, δηλαδή, κάποιος, με τη βοήθεια, κάποιες φορές, του περίγυρού του, να ισορροπήσει και να παράγει εναλλακτικές ερμηνείες, μπορεί και με δεδομένη κάποια «εν μέρει αποτυχία», να συνεχίσει να αυξάνει τα θετικά κίνητρα. Σε αυτό παίζει, βέβαια, ρόλο και η ανάπτυξη της υπευθυνότητας.

Αυτή η εσωτερική κινητοποίηση, που περιγράφουμε, λοιπόν, καθώς τα άτομα μεγαλώνουν (και δεν εννοώ ότι είναι εύκολο κάποιο άτομο να εξισορροπήσει τέτοιες έννοιες πριν τα 25 έτη του και χωρίς κοινωνική στήριξη), αυτοανταμείβει, κατά κάποιον τρόπο, τα άτομα, συνιστώντας ό,τι πιο σταθερό και αληθινό μπορούμε να επιδιώξουμε για τον εαυτό μας, ακριβώς επειδή δεν θα μπορέσουμε ποτέ να εγγυηθούμε στα άτομα, ότι αυτά για τα οποία θα κληθούν στη ζωή τους να φανούν αποτελεσματικά και δυνατά, θα είναι απαραιτήτως ευχάριστα, ενδιαφέροντα ή και τα δυο…

Το κίνητρο της επιτυχίας όμως, επηρεάζει σε όλες τις περιπτώσεις τα άτομα με τον ίδιο τρόπο; Όλοι, δηλαδή, θέλουν να επιτυγχάνουν; Και τι γίνεται όταν κάποιος μοιάζει σαν να θέλει …να αποτύχει;

Μερικές φορές, τα άτομα, φαινομενικά τουλάχιστον, κάνουν το αντίθετο από αυτό που θα πρόσταζε το κίνητρο της επιτυχίας ή αλλιώς, αυτή η έμφυτη εσωτερική ανάγκη, που έχουμε, όπως παραπάνω είπαμε, όλοι, να γινόμαστε καλύτεροι. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Μια πιθανή εξήγηση, είναι ο ρόλος του φόβου της «αποτυχίας»: ο φόβος του ατόμου για την ενδεχόμενη «αποτυχία» του, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση προσπαθειών. Κάποιες φορές, το άτομο, χωρίς καλά-καλά να το αντιλαμβάνεται, μειώνει τις προσπάθειες του, μειώνοντας, πιθανόν, με αυτόν τον τρόπο και την αξία του στόχου, ώστε να μειωθούν στη συνέχεια και τα αρνητικά συναισθήματά του για την «αποτυχία». Αυτό μπορεί να συμβαίνει, επειδή το άτομο νιώθει αρνητικά συναισθήματα, τα οποία οφείλονται σε κάποια προηγούμενη αποτυχία, είτε επειδή, από τη μικρή ηλικία, το περιβάλλον του δεν το έχει βοηθήσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του.
Επιπλέον, τα υψηλά (και συχνά «εξωπραγματικά») στάνταρντς, μπορεί να οδηγήσουν τα άτομα σε απογοήτευση και φόβο, όπως και τα στενά/ αυστηρά/ αυταρχικά πλαίσια του άμεσου περιβάλλοντος και οι συγκρίσεις, μπορεί να οδηγήσουν σε φόβο της αποτυχίας, ψέματα, ακόμη και παραβατικές συμπεριφορές. Έχουμε, άλλωστε, τονίσει, σε άλλα άρθρα, ότι τα επιτυχημένα παιδιά (και στη συνέχεια επιτυχημένοι ενήλικες), προέρχονται, συνήθως, από υποστηρικτικά/ δημοκρατικά περιβάλλοντα.

Ναι, η «επιτυχία» μπορεί να «προγραμματιστεί»:
Γενικά, όταν είμαστε σίγουροι για το τι θέλουμε και σε ποιο βαθμό «επιτυχίας» αυτό μας ικανοποιεί, όταν σχεδιάζουμε τα βήματα της «επιτυχίας» με θετικά συναισθήματα, όταν δεν γενικεύουμε τις φοβίες από τις προηγούμενες «αποτυχίες» μας, χωρίς να αφήνουμε τα αρνητικά συναισθήματα να «θολώνουν» την κρίση μας, έχουμε πιο πολλές πιθανότητες να επιτυγχάνουμε τους στόχους που θέτουμε. Πιο ειδικά, υπάρχουν τεχνικές καταγραφής και σχεδιασμού, οι οποίες προέρχονται από τη γνωσιακή-συμπεριφοριστική κατεύθυνση της ψυχολογίας.

…Ωστόσο, ο προγραμματισμός για την «επιτυχία», χρειάζεται και βοήθεια «απ’ έξω»:

  • Το ζήτημα, όσον αφορά το πώς προσλαμβάνουμε τις έννοιες της «επιτυχίας» και της «αποτυχίας», συνοψίζεται, στη διεύρυνση των οπτικών και στη δυνατότητα παραγωγής εναλλακτικών από τα άτομα.
  • Άλλωστε, η «επιτυχία», είναι ένα παράξενο μείγμα, αφού ταυτόχρονα αποτελείται από τη «σταθερότητα» και την «ευελιξία» των προσπαθειών των ατόμων.
  • Πέρα από το ρόλο των εσωτερικών «μηχανισμών», όπως, παραδείγματος χάρη, το κίνητρο της επιτυχίας, που είναι γενικά, κοινό σε όλους, και ανεξάρτητα από το ρόλο του εξωτερικού περιβάλλοντος, όλα τα άτομα είναι διαφορετικά, στον τρόπο που διαχειρίζονται τις «επιτυχίες» ή τις «(εν μέρει) αποτυχίες» τους…
  • Αυτό συμβαίνει επειδή, για όλα τα άτομα, έχει διαφορετική σημασία και συναισθηματική σημασία, η κάθε «επιτυχία» ή «αποτυχία» τους, κάτι το οποίο οφείλουμε και να το ρωτάμε με τακτ και να το σεβόμαστε.
  • Οι υποβοηθητικές σχέσεις, είναι οι σχέσεις στις οποίες αναζητούμε περισσότερους τρόπους να κατανοήσουμε καλύτερα την οπτική του άλλου, και βοηθούν τα άτομα στην επίτευξη των στόχων τους, αντίθετα από τις σχέσεις κριτικής.
  • Επειδή οι βάσεις της αυτοπεποίθησης τοποθετούνται ήδη στην παιδική ηλικία, θα πρέπει να δίνουμε περισσότερα ερεθίσματα και να ενισχύουμε την περιέργεια και τα ενδιαφέροντα των παιδιών από μικρή ηλικία, να ενισχύουμε τα παιδιά να συμμετέχουν από μικρά σε δοκιμασίες κι εξετάσεις, να ενισχύουμε τα παιδιά να είναι ανεξάρτητα και να ενισχύουμε τους δεσμούς σεβασμού κι εμπιστοσύνης με τους δασκάλους αλλά και με τους συνομηλίκους τους.
  • Το άγχος, απειλεί τον ενθουσιασμό, τις σίγουρες επιλογές και την ευχαρίστηση.
  • Το να πιστεύουμε ότι μπορούμε να καταφέρουμε κάτι μας κάνει και να το πετυχαίνουμε και να είμαστε δημιουργικοί.
  • Πάντα θα πρέπει να αναγνωρίζουμε αξία στον άλλο και του προσφέρουμε ευκαιρίες επανόρθωσης, αφού αυτό που απορρίπτουμε είναι οι συμπεριφορές κι όχι τα άτομα.
  • Να ενθαρρύνουμε τις «δεύτερες ευκαιρίες»: οι νέοι άνθρωποι, συχνά βλέπουν ως «μοναδικές», κάποιες από τις ευκαιρίες της ζωής τους. Αυτό, ωστόσο, όλοι ξέρουμε ότι είναι ένας «μύθος», αφού το άτομο, ωριμάζει καθώς μεγαλώνει, οι σκέψεις και οι αποφάσεις του γίνονται περισσότερο ουσιαστικές, καθώς μεγαλώνει και είναι σε θέση, να γνωρίζει καλύτερα τα ενδιαφέροντα και τις δυνατότητές του.
  • Από προσωπική πείρα, θέλω, στο σημείο αυτό, να συμπληρώσω ότι, ένα παιδί που φαίνεται ότι κάποιες φορές δεν ακούει ή δεν προσπαθεί περισσότερο, δεν σημαίνει ότι δεν έχει εσωτερικεύσει τους κανόνες, ούτε ότι δεν σέβεται τα κριτήρια των ενηλίκων. Μπορεί, αντίθετα, να έχει αναπτύξει τόσο αυστηρά κριτήρια, τα οποία λειτουργούν ήδη πολύ πιεστικά και να προσπαθεί να κλείσει τα αυτιά του, σε κάποιες από τις αυστηρές επιταγές των άλλων, ώστε να «αναπνεύσει» και να αναγνωρίσει τη φωνή της δικής του συνείδησης.

Το πιο σημαντικό, όμως, στοιχείο αυτής της διαδικασίας είναι η ασφάλεια:
Η ασφάλεια είναι μια βασική ανάγκη για τα άτομα: κάποιες φορές, το κίνητρο για αποτελεσματικότητα και αίσθημα «υπεροχής», μας ωθεί να γινόμαστε πιο δημιουργικοί! Για να γίνει αυτό, τα άτομα θα πρέπει να έχουν τις σχέσεις εκείνες που θα τους επιτρέψουν να «ξεδιπλώσουν» τα, αρκετές φορές «κρυμμένα», προσόντα τους!

Χριστίνα Καλαβρή,

ψυχολόγος-εγκληματολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου