Οι σκέψεις και οι δράσεις μας έχουν άμεση σχέση. Μάλιστα, όχι μόνο οι σκέψεις μας καθορίζουν τις δράσεις, αλλά και οι ίδιες οι δράσεις μας είναι σε θέση να τροποποιούν τις σκέψεις. Γι' αυτό το λόγο, η καθημερινή πρακτική, επηρεάζει όλων των ειδών τις "θεωρίες"...
Ας δούμε με ποιον τρόπο:
Πώς αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι είναι "ασυνήθιστο", "διαφορετικό" ή "μη αναμενόμενο";
Χωρίς να μπορούμε τις περισσότερες φορές να το εξηγήσουμε, ξέρουμε πότε κάτι κυλάει εύκολα, "κανονικά", συνηθισμένα, με ή χωρίς μέτρα σύγκρισης. Σε αδρές γραμμές, έχουμε προφανώς, από πριν, μια γενική προσδοκία ή ένα σενάριο, το οποίο στην πράξη εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται και οι "δυσκολίες" εφαρμογής του καθορίζουν το αν θα εκλάβουμε την κάθε περίπτωση ως "κανονική" ή μη...
Διαχρονικά όμως, αλλάζουν οι τάσεις, οι προσδοκίες αλλά και οι "δράσεις"...
Ωστόσο, κάποια επαγγέλματα, έχουν περισσότερη "ευαισθησία" στο να αντιλαμβάνονται το "διαφορετικό"...
Το διαφορετικό σημαίνει "προβληματικό";
Το "προβληματικό" είναι, κατά τη γνώμη μου, μια έννοια ουδέτερη.
Σημαίνει ότι η διαθέσιμη γνώση και οι διαθέσιμες "δράσεις" ή/ και "στρατηγικές" μας δεν επαρκούν για την ερμηνεία του ή/και τη διαχείρισή του, συναντούν κάποιο όριο. Εδώ, χρειάζεται ο διάλογος. Όταν δηλαδή έχουμε προηγουμένως "εξαντλήσει" τις διαθέσιμες "στρατηγικές" μας. Συνεπώς, βρισκόμαστε απλά, μπροστά σε μια κατάσταση η οποία αποτελεί "πρόβλημα" και χρειάζεται "λύση". Αυτό, καθιστά λοιπόν, το "διαφορετικό" απλά ουδέτερο ή "δύσκολο" κι όχι "κατώτερης" ποιότητας...
Πού αποδίδουμε το "ασυνήθιστο", το "μη-κανονικό";
Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Αν το αποδώσω σε "εσωτερικά" του "θέματα", εάν δηλαδή "δημιουργήσω" μια "θεωρία" που αποδίδει τη διαφορετικότητά του σε κάποια εσωτερική, "δική του" προδιάθεση ή ποιότητα, πιθανόν τότε θα κάνω λιγότερες προσπάθειες ή θα "αναθέσω" κάπου αλλού το "πρόβλημα". Αν όμως αναγνωρίσω την ευθύνη μου, θα κάνω περισσότερες προσπάθειες, περισσότερες δηλαδή "δοκιμές και λάθη", μέχρι να ανακαλύψω έναν τρόπο επαφής και κατ' επέκταση "ξεκλειδώματος".
Πότε αυτές οι "θεωρίες" και αποδόσεις "λειτουργούν" και πότε δεν είναι λειτουργικές;
Τι διαφορά έχει, για παράδειγμα, εάν πιστεύω ότι κόπηκα στις εξετάσεις επειδή είμαι "τεμπέλης", ότι κόπηκα επειδή ήμουν "κουρασμένος" ή ότι "με έκοψε" ο καθηγητής;
Τι διαφορά έχει εάν ο δάσκαλος πιστεύει ότι ένα παιδί έχει επιθετική συμπεριφορά επειδή έχει "οικογενειακά προβλήματα" ή έχει επιθετική συμπεριφορά επειδή έχει "χαμηλή αυτοεκτίμηση";
Μπορούν να λεχθούν πολλά και στις δυο περιπτώσεις.
Τα ψυχολογικά και κοινωνικά φαινόμενα, είναι σαφώς σύνθετα. Προκειμένου να τα εξηγήσουμε και να τα διαχειριστούμε, αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε σε "απλοϊκές" ή και "αφελείς" θεωρίες, τις οποίες όμως είναι σημαντικό να γνωρίζουμε, επειδή καθορίζουν τις δράσεις μας.
Γιατί οι "θεωρίες" στις οποίες αναφερόμαστε είναι "απλοϊκές";
Μπορεί να είναι θεωρίες "ελλειπτικές", "ατελείς", "αφελείς", "οικονομικές", "στρεβλές", κ.α. και να "λειτουργούν" ή να πιστεύουμε ότι λειτουργούν ή τελικά να μας δυσκολεύουν. Μπορεί να είναι λειτουργικές σε έναν τομέα και σε έναν άλλο να μην είναι. Παραδείγματος χάρη, μια εξωτερική απόδοση, τύπου "μ' έκοψε" μπορεί να διαφυλάσσει τη "θετική" μας ταυτότητα, αλλά να μην μας παρακινεί να γίνουμε καλύτεροι.
Τι περιέχουν αυτές οι "θεωρίες";
Περιέχουν στοιχεία αληθή, τα οποία όμως είναι "υπερτονισμένα" ή ελλιπώς επεξεργασμένα, σαν σε "παραμορφωτικό καθρέπτη". Για παράδειγμα:
"Σε αυτόν τον αγώνα, ο "τάδε" ποδοσφαιριστής θα βάλει τα περισσότερα γκολ."
"Πώς το ξέρεις;"
"Αφού έπαιξε καλύτερα απ' όλους στον πιο δύσκολο αγώνα, τότε σε αυτόν που είναι ευκολότερος, θα παίξει και πάλι καλύτερα..."
Ως εδώ, μοιάζει προφανές. Αν η προσδοκία επαληθευτεί, δεν θα αναζητήσουμε άλλα στοιχεία να τη "στηρίξουμε". Εάν όμως ο "τάδε" ποδοσφαιριστής δεν παίξει καλά, θα μιλήσουμε για τον τραυματισμό του, την αδιαθεσία, την κούραση, παράγοντες οι οποίοι δεν είχαν παίξει ρόλο στην αρχική μας πρόβλεψη... Έτσι κι αλλιώς δηλαδή, θα κληθούμε να δώσουμε εξηγήσεις για το "ασυνήθιστο", το "μη-αναμενόμενο".
Κάπως έτσι είναι οι "απλοϊκές θεωρίες"...
Οι απλοϊκές θεωρίες, περιέχουν προβλέψεις, οι οποίες μπορεί να είναι και σε μεγάλο βαθμό "αυτοεκπληρούμενες". Όπως οι "θεωρίες" μας σχετικά με το τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε: δεν προσπαθούμε καν, επομένως δε χωρούν αμφισβήτηση. Και το θέμα είναι ότι, μοιάζουν "φυσικές".
Πώς καθορίζουν, όμως, τις δράσεις μας;
Οι δράσεις μας είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να διαχειριστούμε τις διάφορες καταστάσεις: κυρίως, επηρεάζουν το πόση προσπάθεια θα κάνουμε, πόσο θετικές σκέψεις θα έχουμε, πόσο εύκολα θα τα παρατήσουμε, από που θα ζητήσουμε βοήθεια...
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;
Όσο περισσότερα ξέρω σχετικά με τους λόγους στους οποίους οφείλεται κάτι, τόσο πιο πιθανό είναι να κάνω τις, συνδυασμένες, εκείνες προσπάθειες, που απαιτούνται, ώστε να είναι αποτελεσματικές οι δράσεις μου. Σημασία έχει όμως, να μελετάμε κι από τις δυο πλευρές, δηλαδή κι από τη δική μας κι από του "άλλου", κάθε φορά, αυτές τις "αποδόσεις", προκειμένου να κάνουμε τις "δράσεις" μας πιο αποτελεσματικές...
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
Ας δούμε με ποιον τρόπο:
Πώς αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι είναι "ασυνήθιστο", "διαφορετικό" ή "μη αναμενόμενο";
Χωρίς να μπορούμε τις περισσότερες φορές να το εξηγήσουμε, ξέρουμε πότε κάτι κυλάει εύκολα, "κανονικά", συνηθισμένα, με ή χωρίς μέτρα σύγκρισης. Σε αδρές γραμμές, έχουμε προφανώς, από πριν, μια γενική προσδοκία ή ένα σενάριο, το οποίο στην πράξη εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται και οι "δυσκολίες" εφαρμογής του καθορίζουν το αν θα εκλάβουμε την κάθε περίπτωση ως "κανονική" ή μη...
Διαχρονικά όμως, αλλάζουν οι τάσεις, οι προσδοκίες αλλά και οι "δράσεις"...
Ωστόσο, κάποια επαγγέλματα, έχουν περισσότερη "ευαισθησία" στο να αντιλαμβάνονται το "διαφορετικό"...
Το διαφορετικό σημαίνει "προβληματικό";
Το "προβληματικό" είναι, κατά τη γνώμη μου, μια έννοια ουδέτερη.
Σημαίνει ότι η διαθέσιμη γνώση και οι διαθέσιμες "δράσεις" ή/ και "στρατηγικές" μας δεν επαρκούν για την ερμηνεία του ή/και τη διαχείρισή του, συναντούν κάποιο όριο. Εδώ, χρειάζεται ο διάλογος. Όταν δηλαδή έχουμε προηγουμένως "εξαντλήσει" τις διαθέσιμες "στρατηγικές" μας. Συνεπώς, βρισκόμαστε απλά, μπροστά σε μια κατάσταση η οποία αποτελεί "πρόβλημα" και χρειάζεται "λύση". Αυτό, καθιστά λοιπόν, το "διαφορετικό" απλά ουδέτερο ή "δύσκολο" κι όχι "κατώτερης" ποιότητας...
Πού αποδίδουμε το "ασυνήθιστο", το "μη-κανονικό";
Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Αν το αποδώσω σε "εσωτερικά" του "θέματα", εάν δηλαδή "δημιουργήσω" μια "θεωρία" που αποδίδει τη διαφορετικότητά του σε κάποια εσωτερική, "δική του" προδιάθεση ή ποιότητα, πιθανόν τότε θα κάνω λιγότερες προσπάθειες ή θα "αναθέσω" κάπου αλλού το "πρόβλημα". Αν όμως αναγνωρίσω την ευθύνη μου, θα κάνω περισσότερες προσπάθειες, περισσότερες δηλαδή "δοκιμές και λάθη", μέχρι να ανακαλύψω έναν τρόπο επαφής και κατ' επέκταση "ξεκλειδώματος".
Πότε αυτές οι "θεωρίες" και αποδόσεις "λειτουργούν" και πότε δεν είναι λειτουργικές;
Τι διαφορά έχει, για παράδειγμα, εάν πιστεύω ότι κόπηκα στις εξετάσεις επειδή είμαι "τεμπέλης", ότι κόπηκα επειδή ήμουν "κουρασμένος" ή ότι "με έκοψε" ο καθηγητής;
Τι διαφορά έχει εάν ο δάσκαλος πιστεύει ότι ένα παιδί έχει επιθετική συμπεριφορά επειδή έχει "οικογενειακά προβλήματα" ή έχει επιθετική συμπεριφορά επειδή έχει "χαμηλή αυτοεκτίμηση";
Μπορούν να λεχθούν πολλά και στις δυο περιπτώσεις.
Τα ψυχολογικά και κοινωνικά φαινόμενα, είναι σαφώς σύνθετα. Προκειμένου να τα εξηγήσουμε και να τα διαχειριστούμε, αναγκαζόμαστε να καταφύγουμε σε "απλοϊκές" ή και "αφελείς" θεωρίες, τις οποίες όμως είναι σημαντικό να γνωρίζουμε, επειδή καθορίζουν τις δράσεις μας.
Γιατί οι "θεωρίες" στις οποίες αναφερόμαστε είναι "απλοϊκές";
Μπορεί να είναι θεωρίες "ελλειπτικές", "ατελείς", "αφελείς", "οικονομικές", "στρεβλές", κ.α. και να "λειτουργούν" ή να πιστεύουμε ότι λειτουργούν ή τελικά να μας δυσκολεύουν. Μπορεί να είναι λειτουργικές σε έναν τομέα και σε έναν άλλο να μην είναι. Παραδείγματος χάρη, μια εξωτερική απόδοση, τύπου "μ' έκοψε" μπορεί να διαφυλάσσει τη "θετική" μας ταυτότητα, αλλά να μην μας παρακινεί να γίνουμε καλύτεροι.
Τι περιέχουν αυτές οι "θεωρίες";
Περιέχουν στοιχεία αληθή, τα οποία όμως είναι "υπερτονισμένα" ή ελλιπώς επεξεργασμένα, σαν σε "παραμορφωτικό καθρέπτη". Για παράδειγμα:
"Σε αυτόν τον αγώνα, ο "τάδε" ποδοσφαιριστής θα βάλει τα περισσότερα γκολ."
"Πώς το ξέρεις;"
"Αφού έπαιξε καλύτερα απ' όλους στον πιο δύσκολο αγώνα, τότε σε αυτόν που είναι ευκολότερος, θα παίξει και πάλι καλύτερα..."
Ως εδώ, μοιάζει προφανές. Αν η προσδοκία επαληθευτεί, δεν θα αναζητήσουμε άλλα στοιχεία να τη "στηρίξουμε". Εάν όμως ο "τάδε" ποδοσφαιριστής δεν παίξει καλά, θα μιλήσουμε για τον τραυματισμό του, την αδιαθεσία, την κούραση, παράγοντες οι οποίοι δεν είχαν παίξει ρόλο στην αρχική μας πρόβλεψη... Έτσι κι αλλιώς δηλαδή, θα κληθούμε να δώσουμε εξηγήσεις για το "ασυνήθιστο", το "μη-αναμενόμενο".
Κάπως έτσι είναι οι "απλοϊκές θεωρίες"...
Οι απλοϊκές θεωρίες, περιέχουν προβλέψεις, οι οποίες μπορεί να είναι και σε μεγάλο βαθμό "αυτοεκπληρούμενες". Όπως οι "θεωρίες" μας σχετικά με το τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε: δεν προσπαθούμε καν, επομένως δε χωρούν αμφισβήτηση. Και το θέμα είναι ότι, μοιάζουν "φυσικές".
Πώς καθορίζουν, όμως, τις δράσεις μας;
Οι δράσεις μας είναι ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούμε να διαχειριστούμε τις διάφορες καταστάσεις: κυρίως, επηρεάζουν το πόση προσπάθεια θα κάνουμε, πόσο θετικές σκέψεις θα έχουμε, πόσο εύκολα θα τα παρατήσουμε, από που θα ζητήσουμε βοήθεια...
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;
Όσο περισσότερα ξέρω σχετικά με τους λόγους στους οποίους οφείλεται κάτι, τόσο πιο πιθανό είναι να κάνω τις, συνδυασμένες, εκείνες προσπάθειες, που απαιτούνται, ώστε να είναι αποτελεσματικές οι δράσεις μου. Σημασία έχει όμως, να μελετάμε κι από τις δυο πλευρές, δηλαδή κι από τη δική μας κι από του "άλλου", κάθε φορά, αυτές τις "αποδόσεις", προκειμένου να κάνουμε τις "δράσεις" μας πιο αποτελεσματικές...
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου