Όταν λέμε, γενικά, ότι έχουμε ανάγκη να μιλήσουμε σε κάποιον, εννοούμε καταρχάς ότι έχουμε ανάγκη απλά να μας ακούσει κάποιος, επειδή έτσι, νιώθουμε ότι κάπως "ελαφρύναμε". Προφανώς, αυτό το "ξαλάφρωμα", βρίσκεται στη δυνατότητα που μας δίνει η παρουσία του άλλου προσώπου ώστε να βάλουμε σε μια τάξη τις σκέψεις μας και στην καλύτερη περίπτωση να τις ιεραρχήσουμε και, εάν όντως η άλλη πλευρά μας κατανοήσει και αποδεχτεί με ειλικρίνεια, να δούμε πιο ξεκάθαρα τις (ρεαλιστικές) λύσεις...
Τι παραπάνω μπορούμε όμως να περιμένουμε, από τον ψυχολόγο;
Σε αυτό το άρθρο, θα αναφερθούμε στις εξής περιπτώσεις: α) το να περιμένουμε ότι θα συναντήσουμε μια ουδέτερη, φιλική παρουσία, που θα φωτίσει (όχι τυχαία αλλά συστηματικά) τις πτυχές που δεν έχουμε λάβει υπόψη σε μια προβληματική κατάσταση, β) το να περιμένουμε ότι η διαδικασία αυτή της ενεργητικής ακρόασης και του σεβασμού θα περιέχει σε πολύ μικρό ή πολύ μεγαλύτερο βαθμό την "καθοδήγηση" προς τις "λύσεις", γ) το να περιμένουμε κάποιου είδους "δικαίωση", δ) το να περιμένουμε την αναγνώριση των εμπειριών μας ως μοναδικές και ε) το να περιμένουμε όλα τα παραπάνω.
Αρχικά, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε ότι, η επαφή των ανθρώπων, η επικοινωνία, έχει από μόνη της θεραπευτικές ιδιότητες, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Δεύτερον, ότι, αν και όλα τα άτομα έχουν σίγουρα κάτι καλό να μας δώσουν, αφενός δεν γίνεται να μοιραζόμαστε τα προσωπικά μας θέματα με πάρα πολλά άτομα κι αφετέρου πολλές φορές δεν αρκεί μια μόνο άποψη ώστε να "ξεμπερδευτεί" κάπως το "κουβάρι" των σκέψεων και των συναισθημάτων. Προφανώς ούτε και ο διαχωρισμός των ατόμων σε "ειδικούς" και "μη ειδικούς", δεν εγγυάται ότι η επικοινωνία θα βρει απαραίτητα τους στόχους της στη μια ή στην άλλη περίπτωση... Απλά, όταν προσεγγίζουμε κάποιον ειδικό κι εκφράσουμε ένα συγκεκριμένο αίτημα, ο ειδικός θα προσπαθήσει να βρει τον πιο σύντομο δρόμο για την εκπλήρωσή του...
Προχωρώντας, στη συνέχεια στο θέμα των προσδοκιών από τον ψυχολόγο, θα ήθελα να σταθώ περισσότερο στη δ από τις παραπάνω περιπτώσεις. Κι αυτό επειδή η α, β και ε περιπτώσεις ανήκουν στις "προφανείς" προσδοκίες από έναν ειδικό, ενώ η γ περίπτωση είναι, στην πραγματικότητα, αναμενόμενη σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Επομένως, η τέταρτη περίπτωση είναι η "κρίσιμη" για την προσέγγιση που επιλέγουμε ως "ειδικοί", σχετικά με τον τρόπο, δηλαδή, που εννοούμε ότι φωτίζουμε, τελικά, "όλες" τις πτυχές μιας προβληματικής κατάστασης. Και θα εξηγήσουμε αμέσως γιατί.
Ποια είναι λοιπόν η σημασία της "μοναδικότητας" των εμπειριών κάθε ατόμου για τον ψυχολόγο;
Ο ψυχολόγος ακούει ενεργά το συνομιλητή του και αυτό σημαίνει ότι δεν εξάγει συμπεράσματα. Δηλαδή, ενώ, στον καθημερινό λόγο, μπορεί και να νομίζουμε ότι καταλάβαμε καλά τον άλλο επειδή συγκρίνουμε τις δικές του με τις δικές μας εμπειρίες και τείνουμε να χρησιμοποιούμε γενικεύσεις, κριτικές και αυθαίρετα συμπεράσματα, ο ψυχολόγος, έχει τον τρόπο ώστε να εξασφαλίσει στο συνομιλητή του ότι, σε κάθε στάδιο, έχει καταλάβει καλά τι εννοεί το άτομο που ζητά τη βοήθειά του. Μάλιστα, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται για να προωθήσουν την ευκρίνεια και την αποσαφήνιση, φαίνεται ότι βοηθούν και τις δυο πλευρές να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι, ο ψυχολόγος θα αναγνωρίσει τη μοναδικότητα των εμπειριών του κάθε ατόμου και θα διαχειριστεί το κάθε μικρότερο ή μεγαλύτερο πρόβλημα με την ίδια σοβαρότητα, συστηματικότητα, επιστημονικότητα... Μάλιστα, αυτός ο σεβασμός είναι ήδη, πριν πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε παρέμβαση, θεραπευτικός.
Κατά τη γνώμη μου, εξακολουθεί να είναι υπαρκτός ο "κίνδυνος", εξαιτίας της κεντρικής θέσης που κατ' ανάγκη δίνουμε στο άτομο και της μεγάλης σημασίας που δίνουμε στις μεμονωμένες εμπειρίες, να χαθεί το μέτρο ή/ και η συνολική εικόνα, επομένως αυτή η "μοναδικότητα" από τη μια πλευρά, της κάθε εμπειρίας (και αναφέρομαι κυρίως σε αρνητικές εμπειρίες και προβληματικές καταστάσεις), θα πρέπει να συμπληρώνεται από κοινωνικές συζητήσεις από την άλλη πλευρά.
Είναι συνηθισμένο, τα συνομήλικα για παράδειγμα άτομα, να έχουν κοινά ζητήματα, τα οποία είναι και αναπτυξιακά αλλά και γεγονότα που αφορούν το κοινό "μεγάλωμα" τους, σε κοινές κοινωνικές συνθήκες. Επομένως, η "μοναδικότητα" της κάθε εμπειρίας, "μετριάζεται" κατά κάποιον τρόπο, εξαιτίας των αναλογιών που παρουσιάζει με τις εμπειρίες των άλλων, δίνοντάς μας την ευκαιρία για να πάρουμε διδάγματα από αυτή, να μοιραστούμε "βάρη", να δούμε απ' έξω τους εαυτούς και τις πορείες μας...
Όταν λοιπόν θέλουμε να φωτίσουμε "όλες" τις πλευρές, αναγκαστικά θα βγούμε από το "εγώ" και τις -απαραιτήτως - προσωπικές εμπειρίες (και την αλληλουχία τους), οι οποίες μπαίνουν πρωτίστως στο διάλογο... Και αυτή η συμπληρωματικότητα, εξασφαλίζεται κυρίως μέσα στις κοινωνικές σχέσεις που συνάπτουν τα άτομα (άλλωστε η κοινωνικοποίηση είναι απαραίτητη όποια θεραπευτική προσέγγιση κι αν ακολουθούμε για το άτομο), εξαρτάται όμως και από τον τρόπο που "μπαίνουν" στο διάλογο με τον ψυχολόγο.
Εκτός όμως από τη συμπληρωματικότητα του "εγώ" με το "εμείς ή/ και το "οι άλλοι", δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε να αναφερθούμε στη σχέση του "πραγματικού" με το "φαντασιακό*", ώστε να προσεγγίσουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά αυτής της "μοναδικότητας":
Εάν ρίξουμε ένα νόμισμα, αυτό δεν θα πέσει και με τις δυο όψεις, κάθε φορά, θα μπορούμε να βλέπουμε τη μία. Ας πούμε ότι κάπως έτσι είναι η σχέση του "φαντασιακού" με το "πραγματικό" σε κάθε άτομο. Θέλω με αυτό να πω ότι, επειδή πάντα υπάρχουν δρόμοι που δεν επιλέγουμε, το μυαλό μας μπορεί αρκετές φορές να επιστρέφει ή και να συνεχίζει να πηγαίνει "εκεί", σ' αυτούς τους φαντασιακούς δρόμους... Κάποιες φορές (και εδώ διευκρινίζουμε ότι συνεχίζουμε να μιλάμε για φυσιολογικές περιπτώσεις), η διάσταση μεταξύ "φαντασιακού" και "πραγματικού" είναι αισθητή ενώ άλλες φορές δεν τη λαμβάνουμε καθόλου υπόψη... Άλλες φορές πάλι, ίσως και να πιστεύουμε βαθιά, ότι η (απόλυτη) ευτυχία, εάν υπήρχε, θα βρισκόταν στη συνύπαρξη αυτών των δυο...
Όμως, ο λόγος που αναφέρομαι σε αυτή τη διάκριση, είναι επειδή μας βοηθά περισσότερο στην κατανόηση ορισμένων συνεπειών της κατάστασης που περιγράφουμε, από το να κάναμε λόγο γι' αυτό το οποίο, στον καθημερινό λόγο, αρκετές φορές περιγράφουμε και ως "υποσυνείδητο(;)" ... Επειδή λοιπόν έχω αμφιβολίες, εάν εννοούμε όλοι αυτό που εννοούσαν στα τέλη του 1800 ως "υποσυνείδητο" αλλά και επειδή πιστεύω ότι το περιεχόμενο αυτού του μέρους της ψυχής (που φυσικά δεν εδρεύει κάπου αλλά είναι σχήμα λόγου) θα ήταν διαφορετικό σήμερα, προτιμώ να παρομοιάζω τη "δραστηριότητα" που αναφέρεται στα ανεκπλήρωτα όνειρά μας και επενδύεται γύρω από αυτά, απλά ως "φαντασιακή"... Οι εμπειρίες λοιπόν του ατόμου, γίνονται πάλι μοναδικές, εξαιτίας αυτής της συνύπαρξης, του "φαντασιακού" με το "πραγματικό". Επιπλέον, το "φαντασιακό" και το "πραγματικό", έχουν το εξής κοινό: ότι τα συναισθήματα που μας προκαλούν είναι εξίσου "αληθινά". Επομένως και "μοναδικά" με την έννοια που περιγράψαμε παραπάνω.
Τελικά, οφείλουμε τον ίδιο σεβασμό σε όλες τις εμπειρίες των ατόμων ως "μοναδικές", αλλά και ως "κοινές" ταυτόχρονα. Μέσω λοιπόν, των αναλογιών που εμφανίζουν οι εμπειρίες όλων των ατόμων (οι οποίες γίνονται αντιληπτές μέσα στις διαδικασίες επικοινωνίας), μπορούμε να τους δώσουμε μια βαθύτερη διάσταση (δηλαδή τη γενίκευση που θα μας επιτρέψει να ωφεληθούμε από αυτές ως "διδάγματα"), ώστε να μην εγκλωβιζόμαστε στην επιφανειακή τους (σε αυτή που ζούμε εδώ και τώρα και χωρίς βέβαια αυτή να είναι υποδεέστερη της πρώτης)...
Συνέπειες για την απλοϊκή ψυχολογία ή αλλιώς, για την ψυχολογία στον καθημερινό λόγο:
Δεν έχουν άδικο όσοι περιγράφουν ως "άβυσσο" την ψυχή του ανθρώπου... Όσο κομμάτι μέσα μας κι αν θα καλλιεργούμε, άλλο τόσο θα παραμένει στην "αόρατη" πλευρά της...
Συμπληρωματικά και προκειμένου να διατηρούμε τις ισορροπίες στις "αναλύσεις" μας, γενικά, θα πρότεινα να λαμβάνουμε υπόψη και τις εμπειρίες των άλλων ατόμων, ιδίως των συνομηλίκων, προκειμένου να κατανοούμε καλύτερα τη φύση των προβλημάτων που μας απασχολούν και να τα βλέπουμε πιο "συνολικά", χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κάθε περίπτωση παύει να είναι σεβαστή, μοναδική και να χρειάζεται την ξεχωριστή της κατανόηση...
Χ. Κ.
* Βεβαίως η έννοια του "φαντασιακού", χρησιμοποιείται περισσότερο ως κάτι συλλογικό και κοινό, το οποίο μπορεί να μοιράζονται τα μέλη μικρών ή μεγαλύτερων ομάδων{...} Εδώ όμως, χρησιμοποιείται, προκειμένου να μετριάσει την έννοια που θα έδινε ο όρος "φανταστικό", δηλαδή του εντελώς φανταστικού, της απλής "φαντασίας", καθώς αναφερόμαστε σε μια φαντασιακή ή εναλλακτική "ζωή" η οποία, σε αντίθεση με τη φαντασία, έχει κανόνες (αλλά και συνέχεια), αφού (οφείλει να;) αντιδιαστέλλεται με την "πραγματικότητα"...
** Συχνά γράφω άρθρα σαν αυτό, που θα προτιμούσα όμως, να ήταν συζητήσεις, αφού ανοίγουν περισσότερα θέματα απ΄ όσα τελικά απαντούν... Ωστόσο, όπως έχω ξαναγράψει, για μένα το μοίρασμα των σκέψεων στην επιστήμη, είναι σαν τη σκυτάλη, που απλά προσπαθείς να τη δώσεις στον επόμενο...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου