1. Κατανοώντας το «φαύλο κύκλο»:
Όπως μας έχουν πει, το άγχος προέρχεται από το φόβο μιας
«απειλής» που επίκειται: περισσότερο ή λιγότερο ρεαλιστική, η αίσθηση της
απειλής, συνήθως μετά από ένα κρίσιμο γεγονός, ενεργοποιεί λίγο-πολύ, μια σειρά
πεποιθήσεων που δημιουργούν υποθέσεις, οι οποίες οδηγούν σε αντιδράσεις που
αφορούν το σώμα, τη συμπεριφορά και τα συναισθήματα. Πιο συγκεκριμένα, το
συναισθηματικό κομμάτι, είναι εκείνο που «φιλτράρει», στην ουσία, τις σκέψεις
και τις αντιδράσεις μας. Εκείνο, δηλαδή, είναι υπεύθυνο για την «παραμόρφωση»
των σκέψεών μας. Το άγχος, λοιπόν, πολύ γενικά, μπορεί να συνεχίζει να παράγει
αντιδράσεις, ακόμη και ελλείψει αυτού του κινδύνου, επειδή κάποιο γεγονός ή συναίσθημα
κινητοποιεί (αυτόματα) όλη αυτή τη δραστηριότητα που περιγράψαμε...
Ο φόβος, είναι συνήθως μια φυσιολογική αντίδραση, που μας
προστατεύει, με το να «φύγουμε» ή να
«παλέψουμε», όταν το αντικείμενο του φόβου, δικαιολογεί, φυσικά, την εκάστοτε
αντίδρασή μας. Διαφορετικά, αναφερόμαστε μάλλον στην περίπτωση των «φοβιών»,
στις οποίες υπάρχει μια γενίκευση των αντιδράσεων του φόβου και σε άλλα,
συνήθως παρόμοια, αντικείμενα κι ίσως σε αυτήν την περίπτωση να ισχύουν και
κάποιοι «ασυνείδητοι» λόγοι αυτών των «φοβιών»…
Ωστόσο, η «κλινική»
διαδρομή επίλυσης αυτών των καταστάσεων, δεν περνάει, απαραιτήτως, από το απρόσιτο
«ασυνείδητο»:
στην πραγματικότητα, αυτό που τα άτομα χρειάζονται και μπορούν να πετύχουν, είναι να καταστήσουν προσβάσιμο το περιεχόμενο των σκέψεών τους, οι οποίες έχουν «αλλοιωθεί», ως αποτέλεσμα των συναισθημάτων του φόβου και του άγχους. Και να «προκαλέσουν», με ορθολογικά μέσα, αυτές τις σκέψεις, δημιουργώντας, συστηματικά, «αντίβαρα» σε αυτές, αντί να προσπαθούν να τις αποφεύγουν…
στην πραγματικότητα, αυτό που τα άτομα χρειάζονται και μπορούν να πετύχουν, είναι να καταστήσουν προσβάσιμο το περιεχόμενο των σκέψεών τους, οι οποίες έχουν «αλλοιωθεί», ως αποτέλεσμα των συναισθημάτων του φόβου και του άγχους. Και να «προκαλέσουν», με ορθολογικά μέσα, αυτές τις σκέψεις, δημιουργώντας, συστηματικά, «αντίβαρα» σε αυτές, αντί να προσπαθούν να τις αποφεύγουν…
2. Εντοπίζοντας παραμορφωτικές σκέψεις:
Αυτές οι «παραμορφωμένες»
σκέψεις, ίσως περιέχουν μια δόση αλήθειας. Το μεγαλύτερο μέρος τους, όμως,
βασίζεται σε υποθέσεις, διαμεσολαβημένες από αρνητικά συναισθήματα. Είναι
αληθοφανείς και βρίσκονται σε έναν συνεχή εσωτερικό διάλογο με τις βαθύτερες
πίστεις μας, έχοντας εδραιωθεί από μικρή ηλικία, «κληρονομηθεί» από το
περιβάλλον μας και «σφυρηλατηθεί» από γεγονότα της ζωής μας. Όμως, η «δύναμή» τους είναι η επανάληψή
τους και η τοποθέτησή τους σε έναν κύκλο, ο οποίος ξεκινάει και τελειώνει με τα
συναισθήματα*.
Που εδρεύουν όμως οι παραμορφωτικές σκέψεις; Αν μιλήσουμε
απλοϊκά, σίγουρα όλοι έχουμε κάνει αρνητικές υποθέσεις, π.χ. ότι μπορεί κάποιος
να μας κοροϊδέψει που δεν τα καταφέρνουμε σε κάτι, να βαριέται μαζί μας, να μας
παρεξηγήσει… Τέτοιες σκέψεις, επηρεάζουν τον τρόπο που νιώθουμε όταν
αναβάλλονται ή ματαιώνονται οι επιθυμίες μας και συχνά μπορεί να συμπαρασύρουν
τις απόψεις μας ή/ και την αυτοεκτίμησή μας.
3. Παίρνοντας τον έλεγχο:
Ας πάρουμε, τώρα ένα διαφορετικό παράδειγμα, που μπορεί να
αποσαφηνίσει καλύτερα, αυτή τη διαδικασία «φιλτραρίσματος» που συμβαίνει από
την πλευρά των (αρνητικών) συναισθημάτων: όταν θυμώνουμε, κατά πόσο είμαστε σε
θέση να κρίνουμε, δίκαια, τις πράξεις του άλλου; Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, τα αρνητικά συναισθήματα, «αδικούν» τον
εαυτό μας, παράγοντας ελλιπείς, ατελείς, δυσλειτουργικές και παραμορφωτικές,
υποθέσεις οι οποίες, μέσα από τον εσωτερικό διάλογο, αποκτούν στάτους «αλήθειας»…
Τα παραδείγματα που χρησιμοποιήσαμε είναι, βέβαια, απλοϊκά
και ενδεικτικά, κι αυτό συμβαίνει επειδή, μια συστηματική διαδικασία
αναγνώρισης της «παραμορφωτικής» δύναμης των συναισθημάτων στις σκέψεις,
σίγουρα θα πραγματοποιούταν με τη βοήθεια ενός ειδικού. Ωστόσο, ο καθένας μπορεί να αυτοβοηθηθεί, κάνοντας τα εξής βήματα:
αυτοπαρακολούθηση –καταγραφή των αρνητικών υποθέσεων και σκέψεων – κατανόηση της
σχέσης μεταξύ τους- πειραματισμό με εναλλακτικές ερμηνείες και υποθέσεις- εφαρμογή
ορθολογικών και λειτουργικών σκέψεων.
Και κάτι παραπάνω: ο
καλύτερος τρόπος να αντισταθμίσει κανείς τη δύναμη των σκέψεων, είναι με
πράξεις: ο πολλαπλασιασμός των συνθηκών εκείνων, όπου εκδηλώνονται τα θετικά συναισθήματα
και οι συμπεριφορές. Στο σύνολό της, όμως, αυτή η διαδικασία όμως,
χρειάζεται, το άτομο να ανακαλύψει επαρκείς πηγές στήριξης, να φτιάξει δηλαδή
μια «συμμαχία», να θέσει συγκεκριμένες προτεραιότητες και πρότυπα, αλλά και να
ξεκουραστεί, να έχει καλό ύπνο, να έχει υπομονή.
Θα ήταν παράλειψη,
ωστόσο, να μην πούμε ότι, το θέμα του φόβου και του άγχους δεν αφορά τα άτομα
μόνο σε επίπεδο ατομικό/ κλινικό. Τόσο η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων
των ατόμων και η κοινωνική τους συμμετοχή και δράση, όσο και οι ίδιες οι
(εξωτερικές, πολλές φορές από τον άμεσο έλεγχο των ατόμων) ευρύτερες κοινωνικές
συνθήκες, επηρεάζουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους.
Σε καμία, περίπτωση, λοιπόν, δεν πρέπει να υποτιμούμε τη
σημασία της ασφάλειας ή το ρόλο των «μηνυμάτων» που δίνει το περιβάλλον.
Μάλιστα, οι εγκληματολογικές θεωρίες, σχετικά με το φόβο του εγκλήματος,
λαμβάνουν υπόψη, τόσο τα οπτικά μηνύματα των ενδείξεων «αταξίας» ή/ και
«παρακμής» στις περιοχές που ζουν τα άτομα, όσο και το συσχετισμό του φόβου του
εγκλήματος με διάφορα άλλα άγχη που προβάλλονται σε αυτόν.
Το θέμα της
ασφάλειας, κατά τη γνώμη μου, είναι σημαντικό, όχι μόνο σε σχέση με τις
συναισθηματικές αντιδράσεις, οι οποίες προηγούνται κι έπονται των αρνητικών
σκέψεων, αλλά και ως προϋπόθεση κάθε θεραπευτικής δράσης των ορθολογικών
σκέψεων: εάν δεν νιώθουν ασφάλεια, τα άτομα δεν μπορούν να εκφραστούν, να
ιεραρχήσουν τις ανάγκες τους, να συγκεντρώσουν και να οργανώσουν τις σκέψεις
και τις γνώσεις τους, να απομνημονεύσουν, να δράσουν, να φανταστούν εναλλακτικές
και να κρίνουν…
Εάν θα μας ζητούσαν να προσθέταμε, για το τέλος, κάτι
παραπάνω, στις υπάρχουσες τεχνικές για την ορθολογική διαχείριση του άγχους και
του φόβου, αυτό θα ήταν, από τη δική μας πλευρά, η ενεργοποίηση σε σχέση με το
«χώρο ευθύνης» των ατόμων: δηλαδή, το να κινητοποιούνται και να συμμετέχουν σε
ενέργειες για την καλυτέρευση του άμεσου περιβάλλοντός τους, να συνεργάζονται
με άλλα άτομα και να μην διαχωρίζουν τη θέση τους από την αντιμετώπιση των κοινών
προβλημάτων που τα αφορούν.
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
* Στην έρευνα αυτής της σχέσης, αναφέρεται αναλυτικά η γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση της κλινικής ψυχολογίας κι είναι πράγματι, πολύ ενδιαφέρον να αναζητήσει ο αναγνώστης εξειδικευμένες πηγές.
* Στην έρευνα αυτής της σχέσης, αναφέρεται αναλυτικά η γνωσιακή-συμπεριφοριστική προσέγγιση της κλινικής ψυχολογίας κι είναι πράγματι, πολύ ενδιαφέρον να αναζητήσει ο αναγνώστης εξειδικευμένες πηγές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου