Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Ποιος είπε ότι αρκεί, τελικά, το να κοιτάζουμε το «μέσα μας»;

Μερικές φορές, καταλήγει κατά κάποιον τρόπο «μεταφυσικό», το να ασχολείται κανείς με την «ψυχή» και να δίνει συμβουλές γι’ αυτή… Αυτό, επειδή, πρόκειται μάλλον για έννοιες οι οποίες «ξεγλιστράνε» ή/ και είναι αυτοαναφορικές, αφού τελικά παρουσιάζονται αποσπασματικά.
Η επιστήμη της ψυχολογίας, είναι πιο ξεκάθαρη απ’ όσο, στερεοτυπικά, γνωρίζουν οι περισσότεροι. Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ένας επιστήμονας, μπορεί να κάνει λόγο για πολύ συγκεκριμένα πράγματα: τη διάθεση, ως μια (προ)διάθεση που αφορά τα συναισθήματα, τις σκέψεις των ατόμων, τις συμπεριφορές τους και ορισμένα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός τους. Ανάμεσα σε αυτά, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα το περιθώριο να θεωρήσει κάποιος, ότι ένας ψυχολόγος, θα εξέταζε πράγματα που είναι γενικά και αόριστα και που τα γνωρίζουμε όλοι ή ότι ο (θεραπευτικός) διάλογος, που οδηγεί σε αποτελέσματα, είναι αδόμητος, με τον τρόπο που είναι ο καθημερινός λόγος.

Κρίνω αυτήν εισαγωγή απαραίτητη, επειδή, τελευταία, αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει σύγχυση, ανάμεσα στα άτομα που παρουσιάζονται σαν «ειδικοί», «σχεδόν-σαν-επιστήμονες» ή «σχεδόν-σαν-ψυχολόγοι»… Χωρίς να υποτιμώ ότι είναι πιθανό, κάποιος, «σχεδόν-ειδικός», να είναι σε θέση να προσφέρει μια κάποια ανακούφιση ή υποστήριξη ή ενθάρρυνση, σε κάποιο άλλο άτομο, που ζητά μια διαφορετική οπτική για κάποιο «πρόβλημα» που αντιμετωπίζει. Εκφράζω όμως, τη δυσπιστία μου, για τον τρόπο με τον οποίο μέσα από ρηχές, δηλαδή αποκλειστικά ατομικές, οπτικές, «πλασάρεται» η σημασία του να νιώθουμε καλά «μέσα μας». Θέλω με αυτό να πω ότι, ένα βλέμμα μη-επιστημονικό, ακόμη κι αν είναι σε θέση να έχει υπόψιν του ένα μέρος της αλήθειας, δεν μπορεί να προσεγγίσει τα ζητήματα αυτά επαρκώς, αφού, τα θέματα «ψυχής», είναι στην πραγματικότητα πιο πολύπλοκα, από το να πούμε στον άλλο πώς να νιώθει καλά «μέσα του» (ή να νομίζει ότι νιώθει καλά μέσα του…) και …να αγνοεί όλους τους άλλους!!!

Τα κομμάτια μιας φυσιολογικής ζωής, δεν συμπληρώνονται μόνο από έναν «καλό εαυτό», όσο καλός ή διατεθειμένος να μάθει περισσότερα κι αν είναι…

Κι εννοώ ότι, μόνοι μας, δεν είμαστε σε θέση να βρούμε τα αισθήματα πληρότητας που αναζητούμε αποκλειστικά «μέσα μας» ή χρησιμοποιώντας και οργανώνοντας το «έξω» μας προκειμένου να επηρεάσουμε το «μέσα» μας. Δεν λέω ότι και αυτός δεν είναι ένας «σωστός» δρόμος. Απλά, ότι είναι λιγότερος από τον μισό δρόμο! Ποιο το νόημα στο να γινόμαστε «καλύτεροι» και να γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας, εάν δεν έχουμε ευκαιρίες συνάντησης με τον άλλο; Ποιο είναι το νόημα στο να λέμε ότι είμαστε καλά «μέσα μας» με μια αλλαγή ή με μια αγορά, εάν δεν βρίσκουμε τρόπους να χαιρόμαστε μαζί με τα σημαντικά για εμάς πρόσωπα; Η πληρότητα, που αρκετές φορές αναζητούμε «μέσα μας», δεν νοείται χωρίς την ουσιαστική σχέση με τον «άλλο». (Εκτός, βέβαια, εάν η κουβέντα μας, κατέληγε σε άλλα επίπεδα πνευματικότητας, τα οποία, δεν δύναται να εξηγηθούν μόνο από την επιστήμη…)

Προφανώς, δεν θα αρκούσαν και ορισμένες επιφανειακές σχέσεις, ώστε να καλύψουν αυτή τη σημαντική ανάγκη μας και να πούμε ότι απαντάμε ικανοποιητικά στα ζητήματα της ατομικής ανάπτυξης. Αντίθετα, σχέσεις που χαρακτηρίζονται ως «επιφανειακές», δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο σε αισθήματα μοναξιάς, απελπισίας και κατάθλιψης. Τέτοιου είδους είναι, στην πραγματικότητα, τα θέματα που μελετά ο ειδικός…
Πέρα, όμως, από την όποια, δικαιολογημένη ως ένα βαθμό, δυσπιστία ή φόβο, να πλησιάσουμε τους άλλους, η εμπιστοσύνη, όπως και η αισιοδοξία, είναι, τελικά, στάσεις προς τη ζωή. Ασχέτως με το «προς τα πού γέρνει η ζυγαριά» των θετικών και αρνητικών εμπειριών… Η αισιοδοξία και η εμπιστοσύνη, είναι αυτά που (θα πρέπει να) πηγάζουν, τελικά, από «μέσα» κι όχι «απ’ έξω». Και σε αυτή την αποκατάσταση, οφείλουν πρωτίστως, να στοχεύουν (και να κρίνονται ανάλογα με την επιτυχία τους) οι συστηματικές παρεμβάσεις των ειδικών… Ωστόσο, πιο συγκεκριμένα, αυτό που «χτίζουμε», σε μια πρώτη φάση, μέσα μας, δεν είναι το αποτέλεσμα, αλλά μόνο η προδιάθεση γι’ αυτά που μπορούμε να έχουμε… Όταν, αντίθετα, προσπαθήσουμε, με «μπαλώματα» και αλλεπάλληλες αναβολές, να ξεπεράσουμε το «ρίσκο» της απογοήτευσης, της απόρριψης ή της ματαίωσης, που αναμφισβήτητα περιέχει η επαφή με τον άλλο, τότε γινόμαστε ακόμη πιο φοβικοί και με αρνητική διάθεση, απομακρυνόμενοι από τις εκπλήξεις τις ζωής. Η επίσκεψη σε έναν ειδικό, λοιπόν, δεν αφορά την αντικατάσταση του άλλου! Δεν τίθεται το θέμα ότι ο ειδικός είναι ο «υγιής» ή ο «τέλειος» και όλοι οι άλλοι είναι οι «δυσλειτουργικοί». Δυσλειτουργικοί είναι οι τρόποι με τους οποίους επικοινωνούμε, όχι οι άνθρωποι. Ο ειδικός, δεν είναι κάποιος που σε «καταλαβαίνει», αλλά κάποιος που σου δείχνει το πώς θα σε καταλαβαίνουν καλύτερα οι άλλοι! Είναι ένα πέρασμα, ένα προσωρινό «δεκανίκι», που οφείλει να καταλήγει στην επιστροφή σου στις απλές, καθημερινές απολαύσεις…

Κάπως έτσι, περίπου, μπορείς να βοηθηθείς, σε σχέση με αυτά που ίσως αναζητάς: Πρώτα, φτιάχνεις τις νοερές εικόνες, σχετικά με το πώς αντιλαμβάνεσαι τις έννοιες που σε κάνουν «πλήρη» και μετά, αναζητάς «σύμφωνα στοιχεία» στις σχέσεις σου… Αναζητάς τα κομμάτια του παζλ, που θα ενισχύσεις και θα φτιάξεις, με τα μέσα που διαθέτεις, με τον άλλο και όχι τις μικρές «παραφωνίες», που άδικα θα χαλάσουν το σύνολο, αλλά ό,τι δίνει αξία, στις διαφορετικές οπτικές, όταν αυτές ανοίγονται μπροστά σου, σαν «θησαυροί»…

Μια βασική έννοια, λοιπόν, στις κοινωνικές επιστήμες, είναι η εμπιστοσύνη και μπορώ να πω, ότι εμπεδώνεται μέσα από την πρακτική στην κοινωνική συναναστροφή: όταν καταδέχεσαι, όταν εξηγείς πράγματα, όταν ακούς προσεκτικά για τον άλλο, όταν αλλάζεις τα σχέδιά σου για να παρασυρθείς από την έκπληξη του άλλου, όταν μπορείς να μιλάς για τα συναισθήματα, τους φόβους και τις επιθυμίες σου, όταν ξέρεις ότι ψάχνοντας, ακόμη και σε πράγματα που σε κάποιους άλλους φαίνονται χωρίς νόημα, θα βρεις αυτό που θέλεις, όταν νιώθεις ότι ανήκεις κάπου, όταν ξέρεις ότι με κοινή προσπάθεια όλα μπορούν να γίνουν, όταν μπορείς να προσπαθείς για το δίκαιο, όταν ξέρεις ότι τα λάθη μπορεί να είναι δημιουργικά, όταν σέβεσαι τις «ιερές» αποστάσεις και ξέρεις ότι και ο άλλος θα σεβαστεί τα δικά σου «παρασκήνια», όταν μπορείς να μιλάς με «κώδικες» βλεμμάτων και αγγιγμάτων…

Τώρα ξέρεις καλύτερα, ότι, πέρα από όσα μπορείς να αντιληφθείς και να αξιοποιήσεις με τις δικές σου δυνάμεις, υπάρχουν άλλα τόσα, που θα βιώσεις με τους άλλους και θα επηρεάσουν με μοναδικό τρόπο το «μέσα σου»…  

Και καταλήγω, στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησα: Ποιος είπε ότι αρκεί, τελικά, το να κοιτάζουμε το «μέσα μας»; Και πώς απαιτείς να ξέρει ή να εκτιμά ο άλλος, προκαταβολικά, αυτό που έχεις μέσα σου, εάν δεν βρεις έναν τρόπο που σε ικανοποιεί, ώστε να το βγάλεις προς τα έξω και να δημιουργήσεις κάτι με αυτό;


Χ. Κ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου