Μια κρίση περιγράφεται ως μια
κατάσταση «ανάγκης», μια κατάσταση η οποία, είναι επείγουσα και «απειλεί» την (εύρυθμη) λειτουργία κάποιου
συστήματος ή μπορεί να το θέσει σε κίνδυνο διάλυσης. Η διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης, απαιτεί ειδικές δεξιότητες, οι
οποίες, αρκετές φορές, απέχουν πολύ από τις αυθόρμητες (αντι)δράσεις για αποκατάσταση…
Πιο συγκεκριμένα, η εκπαίδευση των ατόμων στις δεξιότητες διαχείρισης κρίσεων προϋποθέτει ότι:
- Υπάρχουν αποτελεσματικοί τρόποι για την πρόληψη των «κρίσεων».
- Υπάρχουν αποτελεσματικοί τρόποι διαχείρισης, κατά τη διάρκεια μιας «κρίσης».
- Υπάρχουν αποτελεσματικοί τρόποι για την αποκατάσταση των συνεπειών των «κρίσεων».
- Αυτοί οι αποτελεσματικοί τρόποι, βασίζονται στην εμπειρία και μπορούν να συγκεντρωθούν, να ομαδοποιηθούν και να διδαχτούν, με συστηματικό τρόπο, στα άτομα.
- Αυτοί οι αποτελεσματικοί τρόποι, επιδέχονται βελτίωση κι αυτή βασίζεται στην ενσωμάτωση της νέας εμπειρίας.
Αυτά τα «πακέτα» δεξιοτήτων,
κάνουν, μάλιστα, τις κοινωνικές επιστήμες, να μοιάζουν με τις φυσικές
επιστήμες, αφού φαίνεται, ότι μπορούν να διδαχτούν στα άτομα, περίπου με την ίδια βεβαιότητα για την αποτελεσματικότητα τους, όπως
μαθαίνουμε τις μαθηματικές πράξεις ή τους νόμους της φυσικής… Ωστόσο, εδώ, έχουμε να
προσθέσουμε τουλάχιστον δυο σημαντικές παρατηρήσεις:
- Οι δεξιότητες διαχείρισης κρίσεων, παρόλο που προσανατολίζονται σε πολύ συγκεκριμένους στόχους, μέσα από ορισμένα βήματα και προτεραιότητες, έχουν, τελικά, δυναμικό χαρακτήρα, συνεπώς τα άτομα, ανά τακτά διαστήματα, θα πρέπει να επιμορφώνονται σε αυτές και να τις αναβαθμίζουν...
- Η εκπαίδευση στις δεξιότητες διαχείρισης κρίσεων, δεν έχει ως κύριο στόχο της να κάνει τα άτομα αυτάρκη, αφού προφανώς, δεν αρκεί οι δεξιότητες αυτές να εφαρμόζονται από μεμονωμένα άτομα, όσο, να κάνει τις ομάδες αυτάρκεις, μέσα από την εξειδίκευση των μελών τους…
Όμως, τι ακριβώς περιλαμβάνουν
και γιατί τις χρειαζόμαστε όλοι;
Καταρχάς, η διαχείριση μιας «κρίσης»
έχει, σε μεγάλο βαθμό, να κάνει, με την έγκαιρη αντίληψή της: προκειμένου να
αντιληφθείς μια «απειλή», θα πρέπει αφενός να γνωρίζεις καλά τα
«στάνταρντς» μιας ομάδας και αφετέρου, να μπορείς να εκτιμήσεις τους «πραγματικούς»
κινδύνους μιας «απειλής» και μάλιστα, χωρίς να έχεις στη διάθεσή σου χρόνο για το «τέλειο» σχέδιο!
Αυτό, μοιάζει κάπως αντιφατικό,
εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον: η έννοια της «διαχείρισης», θα απαιτούσε,
ενδεχομένως, μολύβι, χαρτί, συζητήσεις, σχεδιασμούς κτλ.., αφού η κάθε
περίπτωση, είναι διαφορετική. Από τη στιγμή, όμως, που μια «κρίση» διαφαίνεται,
είναι ώρα μόνο για κινητοποίηση: τα άτομα θα πρέπει να κινηθούν άμεσα, ανάλογα
με την εξειδίκευση που έχουν στα σχετικά σχέδια δράσης. Η αποτελεσματικότητα
των σχεδίων, κρίνεται, τελικά, σε follow-up
διαδικασίες.
Μια τέτοια ανάγκη, δηλαδή, εγείρει συγκεκριμένες απαιτήσεις για ενότητα
και λειτουργικότητα, στους κοινωνικούς ιστούς, αφού η αποτελεσματικότητα δεν
κρίνεται με όρους ατομικούς, όπως το ποιος θα κινητοποιηθεί «περισσότερο».
Επιπλέον, οι δεξιότητες διαχείρισης κρίσεων, εκτός από ζητήματα αντίληψης,
αποτίμησης και διευθέτησης δυνητικών κινδύνων, περιλαμβάνουν, σε ένα μεγάλο μέρος
τους, συγκεκριμένες επικοινωνιακές δεξιότητες που στοχεύουν στη σωστή ενημέρωση
του κοινού και την ικανότητα να μπαίνει, ο εκπαιδευόμενος, στη θέση όλων των
πλευρών, ώστε να αντιλαμβάνεται, σφαιρικά, τις συγκεκριμένες ανάγκες.
Πράγματι, οι δεξιότητες διαχείρισης
κρίσεων, προωθούν την αυτονομία και την υπευθυνότητα των ατόμων και των ομάδων
στις οποίες αυτά υπάγονται. Η ανάγκη της «διαχείρισης κρίσεων» μέσω δεξιοτήτων
οι οποίες μπορούν να διδαχτούν και ως ατομικές δεξιότητες, προκύπτει, κυρίως,
σε περιβάλλοντα ιδιωτικά και σχετίζεται με την ελαχιστοποίηση του κόστους: δηλαδή, του οικονομικού κόστους των απωλειών, του οικονομικού κόστους από τη διακοπή των τρεχόντων
δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων και του οικονομικού κόστους από υλικά μέσα που πιθανόν να χρειαστούν.
Ωστόσο, αυτή η τάση, για μείωση, δηλαδή, του κόστους, η οποία έχει πάρει
περισσότερη βαρύτητα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης [επειδή ο περιορισμός των
διαθέσιμων κεφαλαίων, καθιστά πιο δύσκολο να αποκατασταθούν οι απώλειες,
επομένως καθιστά και την «ασφάλεια» ως (ακόμη πιο) πολύτιμο αγαθό…], συμβάλλει, κατά τη γνώμη
μου και σε μια ακόμη πιο ουσιαστική «στροφή» του ενδιαφέροντος: μας επιτρέπει να δούμε τα έμψυχα όντα και τις γνώσεις τους ως «πόρους»
και τους δεσμούς, τις ικανότητες και τις εμπειρίες τους ως «κεφάλαιο». Η απόκτηση δεξιοτήτων διαχείρισης κρίσεων,
τέλος, επιπροσθέτως με τις ικανότητες που θα χρησιμοποιηθούν στην
αποτελεσματικότερη διευθέτηση των «κινδύνων» μιας «κρίσης», δίνει αυτοπεποίθηση
στα άτομα, τονώνει τους δεσμούς των ομάδων και μειώνει τους «διάχυτους» φόβους…
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου