Όχι άλλη ..."πειθαρχία"!
Επομένως, το "πρέπει να κάνεις αυτό ή το άλλο", δεν "πείθει", στην πραγματικότητα, τους εφήβους επειδή τελικά, χρειάζεται ...
να έχουμε μαζί τους μια σχέση εγγύτητας και εμπιστοσύνης, στην οποία θα πρέπει να αφιερώνουμε περισσότερο χρόνο στην ανάλυση (και τη συναισθηματική ανάλυση) των καταστάσεων και να είμαστε διατεθειμένοι να διαπραγματευτούμε με ισορροπία ανάμεσα στις ανάγκες μας ως ενηλίκων με αυτές των εφήβων, αλλά και να ακούμε ενεργά (δηλαδή να είμαστε σίγουροι ότι καταλάβαμε την οπτική που εκφράζει ο ανήλικος κι όχι ότι "νομίζουμε ότι...") και να διαχειριζόμαστε τις εντάσεις με ψυχραιμία.
Κανόνας, λοιπόν, πρώτος: δεν αντιμετωπίζουμε τον έφηβο όπως το μικρό του αδερφάκι.
Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε "εργαστεί" για την αυτοπεποίθηση των παιδιών, πριν τις "κρίσιμες ηλικίες" (εννοούμε και πριν την προ-εφηβεία) και κυρίως, να επιβραβεύουμε τα παιδιά ώστε να αποκτήσουν θετικά κίνητρα να μαθαίνουν καινούργια πράγματα αλλά και να δοκιμάζουν πολλούς τρόπους να φτάνουν στους στόχους τους. Κανόνας νούμερο δύο: (Παραμένοντας, πάντοτε, ειλικρινείς) δεν χρειάζεται να περιμένουμε κάτι που εμείς θεωρούμε πολύ "ξεχωριστό" για να δώσουμε θετική αναγνώριση, άλλωστε, για τα παιδιά κάθε "κατάκτηση" αποτελεί πηγή ενθουσιασμού. Αλλά και η μάθηση δίνει αυτοπεποίθηση και με αυτό δεν εννοούμε μόνο τη σχολική ύλη αλλά και την καλλιέργεια των δεξιοτήτων, γι αυτό πρέπει να βλέπουμε ήδη από τις πιο μικρές ηλικίες την αγωγή ολοκληρωμένα. Η αυτοπεποίθηση είναι ένα εφόδιο πασπαρτού, που θα βοηθήσει τα νεαρά άτομα να διαπρέψουν και να αναδείξουν τα "κρυμμένα" προσόντα τους.
Οι έφηβοι, συχνά παρουσιάζουν το σκεπτικό "όλα ή τίποτα" αλλά και παρασύρονται από τα συναισθήματά τους: ο ενήλικος είναι εκείνος που μπορεί να δείξει περισσότερη ενσυναίσθηση (δηλαδή συναισθηματική κατανόηση), σε αυτή τη σχέση αφού έχει περάσει από αυτήν την ηλικία και μπορεί να κατανοήσει ορισμένες υπερβολικές αντιδράσεις, που οφείλονται στο ότι ο έφηβος δεν έχει εμπεδώσει ακόμη τη σχέση σκέψεων και συναισθημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, η ένταση μπορεί να αποκλιμακωθεί εάν τηρήσουμε δομημένο διάλογο, δηλαδή διάλογο με τους εξής κανόνες:
1.συζητάμε ένα θέμα κάθε φορά (δεν φέρνουμε στο διάλογο αρνητικές συμπεριφορές από το παρελθόν και δεν θυμόμαστε όλα τα προβλήματά μαζί),
2. κάθονται όλοι στο τραπέζι μέχρι να τελειώσει ο διάλογος και μπορεί κάποιος να σηκωθεί μόνο εάν η άλλη πλευρά δεν κατανοεί και δεν σέβεται τη δική του οπτική,
3. αντικαθιστούμε τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς με περιγραφές των συμπεριφορών που μας ενοχλούν (όχι "είσαι ακατάστατος" αλλά: "με ενοχλεί που δημιούργησες ακαταστασία στο μπάνιο"),
4. συζητάμε οπωσδήποτε για τα συναισθήματα που προκάλεσε και στις δυο πλευρές η αρνητική συμπεριφορά και
5. συζητούμε ξεχωριστά για την αποκατάσταση των συνεπειών της σύγκρουσης, επιλέγουμε μόνο τις λύσεις στις οποίες συμφωνούν και οι δυο πλευρές και δίνουμε αρεστές εναλλακτικές.
Οι γονείς των επιτυχημένων παιδιών έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: επιδιώκουν τον έλεγχο με διάλογο, είναι ισότιμοι κι υποστηρικτικοί, αναλύουν σε βήματα τους στόχους τους αντί να πιέζουν τα παιδιά με το να περιορίζουν τις ελευθερίες τους, ενδιαφέρονται ώστε τα παιδιά να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες και καλλιεργούν την υπευθυνότητα των παιδιών.
Κανόνας, λοιπόν, πρώτος: δεν αντιμετωπίζουμε τον έφηβο όπως το μικρό του αδερφάκι.
Επιβράβευση είναι...
Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε "εργαστεί" για την αυτοπεποίθηση των παιδιών, πριν τις "κρίσιμες ηλικίες" (εννοούμε και πριν την προ-εφηβεία) και κυρίως, να επιβραβεύουμε τα παιδιά ώστε να αποκτήσουν θετικά κίνητρα να μαθαίνουν καινούργια πράγματα αλλά και να δοκιμάζουν πολλούς τρόπους να φτάνουν στους στόχους τους. Κανόνας νούμερο δύο: (Παραμένοντας, πάντοτε, ειλικρινείς) δεν χρειάζεται να περιμένουμε κάτι που εμείς θεωρούμε πολύ "ξεχωριστό" για να δώσουμε θετική αναγνώριση, άλλωστε, για τα παιδιά κάθε "κατάκτηση" αποτελεί πηγή ενθουσιασμού. Αλλά και η μάθηση δίνει αυτοπεποίθηση και με αυτό δεν εννοούμε μόνο τη σχολική ύλη αλλά και την καλλιέργεια των δεξιοτήτων, γι αυτό πρέπει να βλέπουμε ήδη από τις πιο μικρές ηλικίες την αγωγή ολοκληρωμένα. Η αυτοπεποίθηση είναι ένα εφόδιο πασπαρτού, που θα βοηθήσει τα νεαρά άτομα να διαπρέψουν και να αναδείξουν τα "κρυμμένα" προσόντα τους.
Στοχεύοντας συνολικά, σε αυτόνομους και αισιόδοξους νεαρούς:
Οι στόχοι μας ως γονείς και "σύμβουλοι" των εφήβων είναι, τα παιδιά να γίνουν αυτόνομα και αισιόδοξα: δηλαδή, να εξελίξουν και να εξειδικεύσουν τις κλίσεις τους, να σταθεροποιήσουν τα ρεπερτόρια που επιθυμούν και να εκφράζονται χωρίς να φοβούνται την κριτική. Η αγωγή αφορά συνολικά την προσωπικότητα.
Εάν, αντίθετα, πιέζουμε τα παιδιά συνεχώς, τότε θα γίνουν δειλά, αγχωμένα κι απομονωμένα. Εδώ, θα αναφερθώ, παρενθετικά, σε μια επιπλέον διάσταση: επειδή η μνήμη μας, ως εγκεφαλική λειτουργία, είναι "περιορισμένη", εάν σε σχέση με τη σχολική επίδοση, φορτώνω ένα παιδί με παρατηρήσεις, τότε εκείνο, προσπαθώντας να φανεί συνεπές με την "εικόνα", δεν θα μαθαίνει την ουσία, αφού θα είναι απασχολημένο με λεπτομέρειες όπως: "να γράψω γρήγορα", "να τελειώσω γρήγορα το διάβασμα", "να κάνω καλά γράμματα".
Άλλωστε, χρειάζεται να προηγηθεί η ποσοτική συσσώρευση των γνώσεων για να παρατηρήσουμε κάτι ποιοτικά διαφορετικό: αυτό σημαίνει ότι τα προσόντα και οι γνώσεις είναι "κρυμμένα" στα παιδιά, τα παιδιά δηλαδή έχουν περισσότερες γνώσεις απ' όσες φαίνεται ότι έχουν κι έτσι, απλά και φυσικά, κάποια στιγμή, παρατηρούμε ότι η γνώση αυτή βρίσκει τρόπο έκφρασης και επιτυγχάνει το στόχο της. Κάθε παιδί όμως, έχει διαφορετικό τρόπο να μαθαίνει και να εκφράζεται. Ωστόσο, η ασφάλεια και η σταθερότητα είναι βασικές προϋποθέσεις σε αυτήν την εξωτερίκευση (αναλυτική σκέψη, δημιουργικότητα, κριτική ικανότητα) των γνώσεων.
Επίσης, η αυτονομία είναι η άλλη όψη του νομίσματος της υπευθυνότητας και πάνε πάντα μαζί.
Τρίτος κανόνας: Πάντοτε βλέπουμε ως σύνολο το κάθε παιδί και αναγνωρίζουμε αξία στην προσωπικότητά του: αυτό σημαίνει ότι, όταν συμβαίνει μια αρνητική συμπεριφορά, τότε απορρίπτουμε τη συμπεριφορά κι όχι το άτομο και δίνουμε ευκαιρίες επανόρθωσης που εξασφαλίζουν ανωτερότητα και στις δυο πλευρές.
Εάν, αντίθετα, πιέζουμε τα παιδιά συνεχώς, τότε θα γίνουν δειλά, αγχωμένα κι απομονωμένα. Εδώ, θα αναφερθώ, παρενθετικά, σε μια επιπλέον διάσταση: επειδή η μνήμη μας, ως εγκεφαλική λειτουργία, είναι "περιορισμένη", εάν σε σχέση με τη σχολική επίδοση, φορτώνω ένα παιδί με παρατηρήσεις, τότε εκείνο, προσπαθώντας να φανεί συνεπές με την "εικόνα", δεν θα μαθαίνει την ουσία, αφού θα είναι απασχολημένο με λεπτομέρειες όπως: "να γράψω γρήγορα", "να τελειώσω γρήγορα το διάβασμα", "να κάνω καλά γράμματα".
Άλλωστε, χρειάζεται να προηγηθεί η ποσοτική συσσώρευση των γνώσεων για να παρατηρήσουμε κάτι ποιοτικά διαφορετικό: αυτό σημαίνει ότι τα προσόντα και οι γνώσεις είναι "κρυμμένα" στα παιδιά, τα παιδιά δηλαδή έχουν περισσότερες γνώσεις απ' όσες φαίνεται ότι έχουν κι έτσι, απλά και φυσικά, κάποια στιγμή, παρατηρούμε ότι η γνώση αυτή βρίσκει τρόπο έκφρασης και επιτυγχάνει το στόχο της. Κάθε παιδί όμως, έχει διαφορετικό τρόπο να μαθαίνει και να εκφράζεται. Ωστόσο, η ασφάλεια και η σταθερότητα είναι βασικές προϋποθέσεις σε αυτήν την εξωτερίκευση (αναλυτική σκέψη, δημιουργικότητα, κριτική ικανότητα) των γνώσεων.
Επίσης, η αυτονομία είναι η άλλη όψη του νομίσματος της υπευθυνότητας και πάνε πάντα μαζί.
Τρίτος κανόνας: Πάντοτε βλέπουμε ως σύνολο το κάθε παιδί και αναγνωρίζουμε αξία στην προσωπικότητά του: αυτό σημαίνει ότι, όταν συμβαίνει μια αρνητική συμπεριφορά, τότε απορρίπτουμε τη συμπεριφορά κι όχι το άτομο και δίνουμε ευκαιρίες επανόρθωσης που εξασφαλίζουν ανωτερότητα και στις δυο πλευρές.
Συχνά δυσλειτουργικά σκεπτικά των εφήβων προκαλούν εντάσεις-τρόποι αποκλιμάκωσης:
Οι έφηβοι, συχνά παρουσιάζουν το σκεπτικό "όλα ή τίποτα" αλλά και παρασύρονται από τα συναισθήματά τους: ο ενήλικος είναι εκείνος που μπορεί να δείξει περισσότερη ενσυναίσθηση (δηλαδή συναισθηματική κατανόηση), σε αυτή τη σχέση αφού έχει περάσει από αυτήν την ηλικία και μπορεί να κατανοήσει ορισμένες υπερβολικές αντιδράσεις, που οφείλονται στο ότι ο έφηβος δεν έχει εμπεδώσει ακόμη τη σχέση σκέψεων και συναισθημάτων.
Σε κάθε περίπτωση, η ένταση μπορεί να αποκλιμακωθεί εάν τηρήσουμε δομημένο διάλογο, δηλαδή διάλογο με τους εξής κανόνες:
1.συζητάμε ένα θέμα κάθε φορά (δεν φέρνουμε στο διάλογο αρνητικές συμπεριφορές από το παρελθόν και δεν θυμόμαστε όλα τα προβλήματά μαζί),
2. κάθονται όλοι στο τραπέζι μέχρι να τελειώσει ο διάλογος και μπορεί κάποιος να σηκωθεί μόνο εάν η άλλη πλευρά δεν κατανοεί και δεν σέβεται τη δική του οπτική,
3. αντικαθιστούμε τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς με περιγραφές των συμπεριφορών που μας ενοχλούν (όχι "είσαι ακατάστατος" αλλά: "με ενοχλεί που δημιούργησες ακαταστασία στο μπάνιο"),
4. συζητάμε οπωσδήποτε για τα συναισθήματα που προκάλεσε και στις δυο πλευρές η αρνητική συμπεριφορά και
5. συζητούμε ξεχωριστά για την αποκατάσταση των συνεπειών της σύγκρουσης, επιλέγουμε μόνο τις λύσεις στις οποίες συμφωνούν και οι δυο πλευρές και δίνουμε αρεστές εναλλακτικές.
Κανόνας τέταρτος: Δεν επιχειρούμε, όμως, συμπεράσματα και "διαγνώσεις" που "ξεγυμνώνουν" "μειώνουν". Κι αυτό επειδή, είναι διαφορετικό να κατανοώ (ως ενήλικος) ότι οι έφηβοι πολλές φορές έχουν δυσλειτουργικές σκέψεις κι έντονα συναισθήματα και διαφορετικό να προσπαθώ να φέρω αυτή τη γνώμη στο διάλογο για να δείξω ότι έχω (κατά κάποιον τρόπο) το "δίκιο" με το μέρος μου. Άλλωστε, αρκετές φορές και η πλευρά των γονιών είναι "επιβαρυμένη" όσον αφορά σκέψεις και συναισθήματα και δεν είναι σε θέση να εκφέρει ξεκάθαρες "κρίσεις". Ο λόγος που αναφερόμαστε στην επίδραση των σκέψεων και των συναισθημάτων στις συμπεριφορές είναι τελικά για να αναγνωρίζουμε αμοιβαία ελαφρυντικά και για να έχουμε, κι οι δυο πλευρές, δυνατότητες επανόρθωσης. Κι ο ενήλικος λοιπόν, προκειμένου να είναι συνεπής, θα πρέπει κάθε φορά που ετοιμάζεται να εκθέσει μια οπτική που θεωρεί "προβληματική", να είναι σε θέσει να εκτιμήσει πόσο πραγματικά τον ενοχλεί αυτό που προτίθεται να αναφέρει. Θα αναφερθώ σε ένα απλό παράδειγμα: εάν είχα μια άσχημη μέρα στη δουλειά κι αυτό ενεργοποιεί τις σκέψεις μου για το πόσο σωστές επιλογές έχω κάνει γενικά στη ζωή μου, αυτό αρκεί για να βλέπω όλη την ημέρα τα "ουδέτερα" πράγματα ως "αρνητικά" και να εκφράζω "αγανάκτηση" με το παραμικρό.
Οι "δημοκρατικοί" γονείς έχουν παιδιά που πετυχαίνουν τους στόχους τους:
Οι γονείς των επιτυχημένων παιδιών έχουν τα εξής χαρακτηριστικά: επιδιώκουν τον έλεγχο με διάλογο, είναι ισότιμοι κι υποστηρικτικοί, αναλύουν σε βήματα τους στόχους τους αντί να πιέζουν τα παιδιά με το να περιορίζουν τις ελευθερίες τους, ενδιαφέρονται ώστε τα παιδιά να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες και καλλιεργούν την υπευθυνότητα των παιδιών.
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
Υ.Γ.: Τα περισσότερα άρθρα που παρουσιάζουμε σε αυτό το ιστολόγιο ("Σε επίπεδο πεποιθήσεων..."), δεν περιορίζονται σε γνώσεις σε συνδυασμό με προσωπικές απόψεις. Σχεδόν κάθε άρθρο, προέρχεται από συζητήσεις, στις οποίες ακούω με ενδιαφέρον προβληματισμούς και αιτήματα ανθρώπων που ασχολούνται με την εκπαίδευση των παιδιών και ευχαρίστως συνοψίζω τις ιδέες, τις λύσεις και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουμε, ώστε να προωθούμε τη μεταξύ μας κατανόηση αλλά κυρίως την ενσυναίσθηση. Μάλιστα, αρκετά από αυτά τα άρθρα, έχουν προηγουμένως παρουσιαστεί σε κοινό και μετά επανεξεταστεί σύμφωνα με ερωτήσεις, ενδιαφέροντα, κριτικές... Αυτή η αλληλεπίδραση αποτελούσε πάντοτε και το μεγαλύτερο μου στόχο σε σχέση με όσα με πολλή αγάπη σπούδασα και προσπαθώ να θέσω σε εφαρμογή. Χ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου