Η ουδετερότητα στην επίλυση προβλημάτων, αναφέρεται κυρίως στον έλεγχο των προσδοκιών και της δημιουργίας (αρνητικών) σεναρίων σχετικά με την έκβαση μιας κατάστασης. Δεν σημαίνει όμως, ότι δεν πρέπει να έχουμε συναισθηματική συμμετοχή σε ένα "πρόβλημα" ή ότι πρέπει να διαχωρίζουμε την οπτική, τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας από τη διαχείρισή του. Αντίθετα, η σύνθεση των οπτικών, αποτελεί το στοιχείο-κλειδί, που θα δώσει τελικά τις σωστές διαστάσεις κάθε κατάστασης, αφού η "απλοποίηση" που συχνά επιχειρούμε αυθόρμητα, στην πραγματικότητα δυσκολεύει την περιγραφή και την κατανόηση.
Πρώτα απ' όλα όμως, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι, υπάρχει η τάση να αποδίδουμε τις συμπεριφορές των ατόμων στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεσή τους, όπως και να προσπαθούμε να προβλέψουμε τις μελλοντικές συμπεριφορές των ατόμων με βάση τις μεμονωμένες συμπεριφορές τους. Συχνά λοιπόν, κάνοντας τέτοιου είδους διαπιστώσεις, ίσως, ως ένα βαθμό, "δημιουργούμε" εμείς οι ίδιοι τα προβλήματα, αφενός προσπαθώντας να εξηγήσουμε τη διαφορετικότητα και αφετέρου χωρίς να κάνουμε προσπάθειες διαχείρισης αφού πιστεύουμε ότι "έτσι είναι", παγιδευμένοι σε μια αυτο-αναφορικότητα και χωρίς να έχουμε το περιθώριο να μάθουμε κάτι καινούργιο και στις δυο περιπτώσεις! Αυτή η "προδιάθεση", προφανώς αποτελεί ένα σοβαρό εμπόδιο της "ουδετερότητας"...
Επίσης, ουδετερότητα δεν είναι το να λέμε εξαρχής "το ξέρω", ούτε και "δεν μπορώ"...
Ας κάνουμε τώρα, μια (απαραίτητη,) σύντομη αναφορά στην έννοια της "κοινωνικής κατασκευής": όπως έχουμε αναφέρει σε άλλα άρθρα, επειδή τα στοιχεία που το κάθε άτομο "δέχεται" καθημερινά είναι πολλά προκειμένου να τα διαχειριστεί λεπτομερώς, έχει την ανάγκη να δημιουργεί "απλοϊκές θεωρίες", που περιλαμβάνουν το συνδυασμό προσωπικών πίστεων, σεναρίων και προσδοκιών με βάση τη γενίκευση, την απλοποίηση και -γιατί όχι- την υπερβολή. Αυτή δεν είναι μόνο μια ατομική, εσωτερική διαδικασία, αλλά σε αυτές τις (εν μέρει υποκειμενικές) "κατασκευές" (που δεν θα συζητήσουμε εδώ το σε ποιο ποσοστό είναι "αληθείς" ή όχι), είναι "παρούσα" και "συμμετέχει" η "κοινωνία", αφού μέσω του λόγου και της επικοινωνίας μοιραζόμαστε, επεξεργαζόμαστε, ενισχύουμε ή τονίζουμε συγκεκριμένα σημεία του περιεχομένου αυτών των "θεωριών". Κάπως έτσι, συχνά δίνεται στάτους (αντικειμενικής ή/ και φυσικής) αλήθειας σε αυτές τις "κοινωνικές κατασκευές", εξάλλου έχει διατυπωθεί το περίφημο: "έτσι είναι εάν έτσι το νομίζετε"!
Μάλιστα, οι "εικόνες"/ "(ανα)παραστάσεις" που έχουμε για τα πράγματα, αντί να δημιουργούνται κάθε φορά ...από την αρχή, στην ουσία "προϋπάρχουν" της συνάντησης με τον "άλλο" και προφανώς-ο-"άλλος"-κρίνεται-σύμφωνα-με-το-κατά-πόσο-ταιριάζει-με-αυτές, αντί, το αντικείμενο κριτικής να είναι, η αξιοπιστία των αναπαραστάσεων σύμφωνα με το-κατά-πόσο-αυτές-ταιριάζουν-στην-πολυπλοκότητα-των-διαφορετικών-χαρακτηριστικών-και-καταστάσεων. Συχνά λοιπόν, εξάγοντας με τον παραπάνω τρόπο συμπεράσματα, ίσως, ως ένα βαθμό, "δημιουργούμε"/ κατασκευάζουμε εμείς οι ίδιοι και τα "προβλήματα", αφενός προσπαθώντας να εξηγήσουμε τη διαφορετικότητα και αφετέρου κάνοντας λιγότερες προσπάθειες διαχείρισης αφού πιστεύουμε ότι "απλά, έτσι είναι"!
Όλα τα παραπάνω, είναι αυτονόητα για τον κοινωνικό επιστήμονα, ωστόσο, δυσχεραίνουν την επίλυση προβλημάτων από τον μη-ειδικό κι αυτό γιατί επηρεάζουν την κατανόηση των δυσλειτουργικών καταστάσεων, συνεπώς και τις ενέργειες οι οποίες κρίνονται απαραίτητες για την επίλυσή τους.
Ο ειδικός λοιπόν, θα συλλέξει τα στοιχεία του με ξεκάθαρες μεθόδους κι αυτή η διαδικασία είναι που στην ουσία του επιτρέπει να συνδυάζει τα στοιχεία αυτά μεταξύ τους και να καταλήγει σε επιστημονικές θεωρίες για τις αιτίες, τα χαρακτηριστικά και την ειδική αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών/ προβλημάτων. Ο μη-ειδικός, όμως, επιχειρώντας να συνθέσει τις "απλοϊκές θεωρίες" που περιγράψαμε παραπάνω και να εξαγάγει συμπεράσματα σαν-εκείνα-του-επιστήμονα, θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από τις απαιτήσεις της εκάστοτε δεδομένης κατάστασης. Επομένως, η ουδετερότητα του μη-ειδικού είναι επίσης "κρίσιμη" για την επίλυση του προβλήματος.
Πιο συγκεκριμένα, η "ουδετερότητα" στην οποία αναφερόμαστε, ως "κρίσιμη" στάση (και δεξιότητα) στην επίλυση προβλημάτων, θα συνοψιζόταν στην ενεργητική ακρόαση ταυτόχρονα με τη συνεχή εγρήγορσή του για την αναθεώρηση των ήδη υπαρχόντων "θεωριών", αλλά... κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ απαιτητικό και θα εξαντλούσε την υπομονή μας στην καθημερινότητα, δεδομένου ότι όλες οι προβληματικές καταστάσεις δεν χρειάζονται τόσο "ειδική" μεταχείριση. Προκειμένου, όμως, να είμαστε σίγουροι ότι παραμένουμε "ουδέτεροι" (αλλά και ότι επιδιώκουμε τη διαχείριση που θα ικανοποιήσει πρωτίστως την πλευρά που αντιμετωπίζει την προβληματική κατάσταση χωρίς να την κατευθύνουμε), ακόμη κι ως "μη-ειδικοί", αρκεί να "ανοίξουμε" τις θεωρίες μας περιμένοντας πάντα την "έκπληξη" και συνεχίζοντας να διαχειριζόμαστε την κατάσταση με πολύ απλές/ μικρές/ φυσικές παρεμβάσεις, χωρίς να σταματάμε να φερόμαστε, σε αυτόν που αντιμετωπίζει κάποιο "πρόβλημα", ακριβώς όπως θα φερόμασταν και σε αυτόν που θεωρούμε "φυσιολογικό", αλλά με περισσότερη ενσυναίσθηση.
Μάλιστα, το άτομο που βρίσκεται στη θέση του ακροατή, παραμένοντας ουδέτερος, θα ενδυναμώσει τις πλευρές που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα και θα δείξει έμπρακτα το σεβασμό και την εμπιστοσύνη του. Η ουδετερότητα αυτή, δεν αναφέρεται ωστόσο σε μια "ψυχρή" στάση, αλλά σε μια "οικειότητα με απόσταση", η οποία χαρακτηρίζεται από τη συναισθηματική συμμετοχή και την κατανόηση και δεν "σφετερίζεται" τα συναισθήματα ή τις διαδικασίες εξεύρεσης ικανοποιητικών λύσεων από τους άμεσα εμπλεκόμενους.
Γενικά, μια "προβληματική" συμπεριφορά, πιστεύω ότι παίρνει το "στάτους" δυσλειτουργικής κατάστασης από τη στιγμή που θα πάρουμε ως δεδομένο ότι επηρεάζει την "ποιότητα" του ατόμου (ή των ατόμων που εμπλέκονται) κι αυτό συμβαίνει επειδή τότε επηρεάζονται οι προσδοκίες μας και κυρίως όσα θεωρούμε "φυσικά" και "αναμενόμενα" από τους άλλους... Επομένως, ουδετερότητα δεν είναι το να λέμε "το ξέρω" πριν καν ακούσουμε, ούτε το να προβλέπουμε εξαρχής ότι "δεν μπορούμε" να διαχειριστούμε μια κατάσταση αλλά ούτε και να διαχωρίζουμε τη θέση μας. Ουδετερότητα είναι, το να δίνουμε πιο πολλές και πιο καλές ευκαιρίες στον άλλο. Να μπορούμε να ξεγράφουμε κάποια "δεδομένα", χωρίς όμως να περνάμε στο άλλο άκρο, επιδιώκοντας να ήμασταν "tabula rasa". Αλλά και να μην είμαστε "κατευθυντικοί", ούτε στη συλλογή "στοιχείων", ούτε στις προτάσεις επίλυσης.
Γι' αυτό, ταυτόχρονα με το να αντιμετωπίζουμε με ουδετερότητα και κριτικό βλέμμα τις συμπεριφορές ως "στοιχεία", πολλές φορές λέμε ότι βοηθά το να δώσουμε, απλά, μια πιο θετική πρόβλεψη, σε σχέση με τα "δεν γίνεται" της ..."λογικής"!
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
*Σχετικό άρθρο σε αυτό το ιστολόγιο: "Οι "απλοικές θεωρίες" για το "διαφορετικό" και ο ρόλος τους στη "δράση"" (Οκτώβριος 2015)
Πρώτα απ' όλα όμως, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι, υπάρχει η τάση να αποδίδουμε τις συμπεριφορές των ατόμων στην ιδιαίτερη ψυχοσύνθεσή τους, όπως και να προσπαθούμε να προβλέψουμε τις μελλοντικές συμπεριφορές των ατόμων με βάση τις μεμονωμένες συμπεριφορές τους. Συχνά λοιπόν, κάνοντας τέτοιου είδους διαπιστώσεις, ίσως, ως ένα βαθμό, "δημιουργούμε" εμείς οι ίδιοι τα προβλήματα, αφενός προσπαθώντας να εξηγήσουμε τη διαφορετικότητα και αφετέρου χωρίς να κάνουμε προσπάθειες διαχείρισης αφού πιστεύουμε ότι "έτσι είναι", παγιδευμένοι σε μια αυτο-αναφορικότητα και χωρίς να έχουμε το περιθώριο να μάθουμε κάτι καινούργιο και στις δυο περιπτώσεις! Αυτή η "προδιάθεση", προφανώς αποτελεί ένα σοβαρό εμπόδιο της "ουδετερότητας"...
Επίσης, ουδετερότητα δεν είναι το να λέμε εξαρχής "το ξέρω", ούτε και "δεν μπορώ"...
Ας κάνουμε τώρα, μια (απαραίτητη,) σύντομη αναφορά στην έννοια της "κοινωνικής κατασκευής": όπως έχουμε αναφέρει σε άλλα άρθρα, επειδή τα στοιχεία που το κάθε άτομο "δέχεται" καθημερινά είναι πολλά προκειμένου να τα διαχειριστεί λεπτομερώς, έχει την ανάγκη να δημιουργεί "απλοϊκές θεωρίες", που περιλαμβάνουν το συνδυασμό προσωπικών πίστεων, σεναρίων και προσδοκιών με βάση τη γενίκευση, την απλοποίηση και -γιατί όχι- την υπερβολή. Αυτή δεν είναι μόνο μια ατομική, εσωτερική διαδικασία, αλλά σε αυτές τις (εν μέρει υποκειμενικές) "κατασκευές" (που δεν θα συζητήσουμε εδώ το σε ποιο ποσοστό είναι "αληθείς" ή όχι), είναι "παρούσα" και "συμμετέχει" η "κοινωνία", αφού μέσω του λόγου και της επικοινωνίας μοιραζόμαστε, επεξεργαζόμαστε, ενισχύουμε ή τονίζουμε συγκεκριμένα σημεία του περιεχομένου αυτών των "θεωριών". Κάπως έτσι, συχνά δίνεται στάτους (αντικειμενικής ή/ και φυσικής) αλήθειας σε αυτές τις "κοινωνικές κατασκευές", εξάλλου έχει διατυπωθεί το περίφημο: "έτσι είναι εάν έτσι το νομίζετε"!
Μάλιστα, οι "εικόνες"/ "(ανα)παραστάσεις" που έχουμε για τα πράγματα, αντί να δημιουργούνται κάθε φορά ...από την αρχή, στην ουσία "προϋπάρχουν" της συνάντησης με τον "άλλο" και προφανώς-ο-"άλλος"-κρίνεται-σύμφωνα-με-το-κατά-πόσο-ταιριάζει-με-αυτές, αντί, το αντικείμενο κριτικής να είναι, η αξιοπιστία των αναπαραστάσεων σύμφωνα με το-κατά-πόσο-αυτές-ταιριάζουν-στην-πολυπλοκότητα-των-διαφορετικών-χαρακτηριστικών-και-καταστάσεων. Συχνά λοιπόν, εξάγοντας με τον παραπάνω τρόπο συμπεράσματα, ίσως, ως ένα βαθμό, "δημιουργούμε"/ κατασκευάζουμε εμείς οι ίδιοι και τα "προβλήματα", αφενός προσπαθώντας να εξηγήσουμε τη διαφορετικότητα και αφετέρου κάνοντας λιγότερες προσπάθειες διαχείρισης αφού πιστεύουμε ότι "απλά, έτσι είναι"!
Όλα τα παραπάνω, είναι αυτονόητα για τον κοινωνικό επιστήμονα, ωστόσο, δυσχεραίνουν την επίλυση προβλημάτων από τον μη-ειδικό κι αυτό γιατί επηρεάζουν την κατανόηση των δυσλειτουργικών καταστάσεων, συνεπώς και τις ενέργειες οι οποίες κρίνονται απαραίτητες για την επίλυσή τους.
Ο ειδικός λοιπόν, θα συλλέξει τα στοιχεία του με ξεκάθαρες μεθόδους κι αυτή η διαδικασία είναι που στην ουσία του επιτρέπει να συνδυάζει τα στοιχεία αυτά μεταξύ τους και να καταλήγει σε επιστημονικές θεωρίες για τις αιτίες, τα χαρακτηριστικά και την ειδική αντιμετώπιση των δυσλειτουργιών/ προβλημάτων. Ο μη-ειδικός, όμως, επιχειρώντας να συνθέσει τις "απλοϊκές θεωρίες" που περιγράψαμε παραπάνω και να εξαγάγει συμπεράσματα σαν-εκείνα-του-επιστήμονα, θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από τις απαιτήσεις της εκάστοτε δεδομένης κατάστασης. Επομένως, η ουδετερότητα του μη-ειδικού είναι επίσης "κρίσιμη" για την επίλυση του προβλήματος.
Πιο συγκεκριμένα, η "ουδετερότητα" στην οποία αναφερόμαστε, ως "κρίσιμη" στάση (και δεξιότητα) στην επίλυση προβλημάτων, θα συνοψιζόταν στην ενεργητική ακρόαση ταυτόχρονα με τη συνεχή εγρήγορσή του για την αναθεώρηση των ήδη υπαρχόντων "θεωριών", αλλά... κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ απαιτητικό και θα εξαντλούσε την υπομονή μας στην καθημερινότητα, δεδομένου ότι όλες οι προβληματικές καταστάσεις δεν χρειάζονται τόσο "ειδική" μεταχείριση. Προκειμένου, όμως, να είμαστε σίγουροι ότι παραμένουμε "ουδέτεροι" (αλλά και ότι επιδιώκουμε τη διαχείριση που θα ικανοποιήσει πρωτίστως την πλευρά που αντιμετωπίζει την προβληματική κατάσταση χωρίς να την κατευθύνουμε), ακόμη κι ως "μη-ειδικοί", αρκεί να "ανοίξουμε" τις θεωρίες μας περιμένοντας πάντα την "έκπληξη" και συνεχίζοντας να διαχειριζόμαστε την κατάσταση με πολύ απλές/ μικρές/ φυσικές παρεμβάσεις, χωρίς να σταματάμε να φερόμαστε, σε αυτόν που αντιμετωπίζει κάποιο "πρόβλημα", ακριβώς όπως θα φερόμασταν και σε αυτόν που θεωρούμε "φυσιολογικό", αλλά με περισσότερη ενσυναίσθηση.
Μάλιστα, το άτομο που βρίσκεται στη θέση του ακροατή, παραμένοντας ουδέτερος, θα ενδυναμώσει τις πλευρές που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα και θα δείξει έμπρακτα το σεβασμό και την εμπιστοσύνη του. Η ουδετερότητα αυτή, δεν αναφέρεται ωστόσο σε μια "ψυχρή" στάση, αλλά σε μια "οικειότητα με απόσταση", η οποία χαρακτηρίζεται από τη συναισθηματική συμμετοχή και την κατανόηση και δεν "σφετερίζεται" τα συναισθήματα ή τις διαδικασίες εξεύρεσης ικανοποιητικών λύσεων από τους άμεσα εμπλεκόμενους.
Γενικά, μια "προβληματική" συμπεριφορά, πιστεύω ότι παίρνει το "στάτους" δυσλειτουργικής κατάστασης από τη στιγμή που θα πάρουμε ως δεδομένο ότι επηρεάζει την "ποιότητα" του ατόμου (ή των ατόμων που εμπλέκονται) κι αυτό συμβαίνει επειδή τότε επηρεάζονται οι προσδοκίες μας και κυρίως όσα θεωρούμε "φυσικά" και "αναμενόμενα" από τους άλλους... Επομένως, ουδετερότητα δεν είναι το να λέμε "το ξέρω" πριν καν ακούσουμε, ούτε το να προβλέπουμε εξαρχής ότι "δεν μπορούμε" να διαχειριστούμε μια κατάσταση αλλά ούτε και να διαχωρίζουμε τη θέση μας. Ουδετερότητα είναι, το να δίνουμε πιο πολλές και πιο καλές ευκαιρίες στον άλλο. Να μπορούμε να ξεγράφουμε κάποια "δεδομένα", χωρίς όμως να περνάμε στο άλλο άκρο, επιδιώκοντας να ήμασταν "tabula rasa". Αλλά και να μην είμαστε "κατευθυντικοί", ούτε στη συλλογή "στοιχείων", ούτε στις προτάσεις επίλυσης.
Γι' αυτό, ταυτόχρονα με το να αντιμετωπίζουμε με ουδετερότητα και κριτικό βλέμμα τις συμπεριφορές ως "στοιχεία", πολλές φορές λέμε ότι βοηθά το να δώσουμε, απλά, μια πιο θετική πρόβλεψη, σε σχέση με τα "δεν γίνεται" της ..."λογικής"!
Χριστίνα Καλαβρή,
ψυχολόγος-εγκληματολόγος
*Σχετικό άρθρο σε αυτό το ιστολόγιο: "Οι "απλοικές θεωρίες" για το "διαφορετικό" και ο ρόλος τους στη "δράση"" (Οκτώβριος 2015)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου